«Δώρο άδωρον» φαίνεται να είναι για τις κατασκευαστικές εταιρίες και τους ιδιοκτήτες ακινήτων η διευκόλυνση που προωθεί η κυβέρνηση στο νέο φορολογικό νομοσχέδιο και η οποία παρατείνει το χρόνο πληρωμής του ΦΠΑ για κατοικίες και καταστήματα, εφόσον δεν πωληθούν εντός 5ετίας.

Όπως σχολιάζουν παράγοντες της αγορές, η ρύθμιση αυτή απλά τους… χρυσώνει το χάπι, αφού οι κινήσεις της κυβέρνησης θα έπρεπε να είναι περισσότερο δραστικές και αποτελεσματικές για την ανάταση της κτηματαγοράς.

«Πρέπει να δοθεί ώθηση στην αγορά, είτε με τη μορφή απαλλαγής από φόρους ή μείωση της φορολογίας, είτε αυτό λέγεται φόρος μεταβίβασης ,είτε φόρος μεγάλης ακίνητης περιουσίας, ώστε να μπορέσουν τα ακίνητα να είναι προσοδοφόρα. Διότι σε αντίθετη περίπτωση, κανείς δεν θα επενδύει σε αυτά κι έτσι η κατάσταση στην αγορά θα πηγαίνει από το κακό στο χειρότερο», σχολιάζει ο δικηγόρος και πρόεδρος της Ένωσης Ιδιοκτητών Ακινήτων Νομού Ηρακλείου (ΕΝΙΔΑΝΗ), Κώστας Αράπογλου.

Ρύθμιση

Μέχρι σήμερα, με το ισχύον από το 2006 καθεστώς, ένα ακίνητο παύει να θεωρείται νεόδμητο και άρα μπορεί να το αγοράσει κάποιος χωρίς ΦΠΑ, πληρώνοντας μόνο το φόρο μεταβίβασης, εφόσον περάσουν πέντε έτη από την έκδοση της οικοδομικής άδειας.

Με τη νέα ρύθμιση όμως, από την υποχρέωση αυτή απαλλάσσονται όσα σπίτια παραμένουν ημιτελή. Οι κατασκευαστές θα έχουν πλέον μία τριετία για να πληρώσουν ΦΠΑ, μετά από την ολοκλήρωσή τους -εκτός αν καταφέρουν να τα πουλήσουν νωρίτερα.

Το πρόβλημα είναι κατά πόσον η διάταξη «απεγκλωβίζει» πραγματικά τους κατασκευαστές που πιέζονται -λόγω έλλειψης ρευστότητας- να πουλήσουν φθηνότερα τα ακίνητα.

«Αυτό που θα έπρεπε να κάνει η κυβέρνηση για να μας βοηθήσει είναι να μειώσει το ΦΠΑ επί της αξίας του ακινήτου, που πρέπει να πληρώσει ο αγοραστής, έστω για μία πενταετία. Όμως, αυτό είναι ένα ποσό που επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τον αγοραστή, ο οποίος λόγω οικονομικής κρίσης δεν μπορεί να αντέξει και αυτό το βάρος. Ως αποτέλεσμα να μην αγοράζει ο κόσμος και έτσι να μην κινείται η αγορά. Μάλιστα, η αύξηση του ΦΠΑ στην αγορά του ακινήτου από 9% στο 23% έκανε τεράστια ζημιά και σε εμάς, αλλά και στο ελληνικό Δημόσιο», τονίζει ο κ. Μανόλης Δαμιανάκης, πρόεδρος της Επενδυτικής Κρήτης.