Το Κεχρί είναι η γενική ονομασία διαφόρων ειδών ποωδών φυτών της οικογένειας Αγρωστώδη. Το κεχρί ανακαλύφθηκε και καλλιεργήθηκε συστηματικά για πρώτη φορά στην Κίνα το 7500 π.Χ.

Υπάρχουν πολλών ειδών κεχριά. Η θρεπτική τους αξία μπορεί να ταυτιστεί με το σιτάρι και το ρύζι.

Το κεχρί περιέχει υψηλά ποσοστά υδατανθράκων το περιεχόμενο του σε πρωτεΐνες κυμαίνεται από 6% ως 11% και σε λίπη από 1,5% ώς 5%.

Έχει 8 βασικά αμινοξέα (που δεν μπορεί να συνθέσει μόνος του ο οργανισμός) και γι' αυτό αποτελεί σημαντικό υποκατάστατο των ζωικών τροφών, που τώρα στη νηστεία στη περιορίζονται.

Στο σύνολό του είναι πλούσιο σε βιταμίνες Β, ειδικά νιασίνη, σε B6 και φολικό οξύ, σε ασβέστιο, σίδηρο, σε κάλιο, σε μαγνήσιο, σε ψευδάργυρο, σε ω3 και αντιοξειδωτικά.

Έχει χαμηλό γλυκαιμικό δείκτη και άρα μπορεί να καταναλωθεί και από τους διαβητικούς, χωρίς επιπτώσεις στην ισορροπία της γλυκόζης στο αίμα.

Δεδομένου ότι κανένα από τα κεχριά δεν είναι στενά συνδεδεμένο με το σιτάρι, για όσους αποφεύγουν τη γλουτένη ή πάσχουν από κοιλιοκάκη αποτελεί ένα θαυμάσιο υποκατάστατο.

Για την παρασκευή αρτοσκευασμάτων, το αλεύρι από κεχρί πρέπει να συνδυαστεί με άλλα άλευρα ελεύθερα γλουτένης καθώς και με ξανθανικό κόμμι, εάν θέλουμε ένα πιο αφράτο αποτέλεσμα.

Τρώγεται επίσης ως χυλός ή όπως το ρύζι. Σιμιγδάλι από κεχρί χρησιμοποιείται στην Αφρική στην παρασκευή του κουσκούς.

Τα κεχριά όμως, πρέπει να καταναλώνονται με προσοχή από όσους έχουν πρόβλημα με τη θυρεοειδική τους λειτουργία και με τη σύμφωνη γνώμη του γιατρού τους.

Στέλλα Η. Σαρηπαναγιώτου
Διατροφολόγος
Master Practitioner in Eating Disorders and Obesity
(Βιογραφικό σημείωμα)