Απαντώντας σε ερώτηση του βουλευτή Ηρακλείου του ΠΑΣΟΚ κ.Μανόλη Στρατάκη, σχετικά με τη νοθεία του ελληνικού ελαιολάδου, ο Υφυπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων κ.Δριβελέγκας αναφέρει τα εξής:

Το ελαιόλαδο υπάγεται στο καθεστώς της Κοινής Οργάνωσης των γεωργικών αγορών [Καν(ΕΚ) 1234/2007 του Συμβουλίου]. Τα διάφορα μέτρα για τη στήριξή του αποφασίζονται από τα όργανα της Ευρωπαϊκής Ένωσης (Συμβούλια Υπουργών, Διαχειριστικές Επιτροπές κλπ) και συνεπώς δεν επιτρέπεται η λήψη εθνικών παρεμβατικών μέτρων.

Το ΥΠΑΑΤ δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στο ελαιόλαδο ως ένα εθνικό προϊόν υψηλής βιολογικής και διατροφικής αξίας, άριστης ποιότητας και μεγάλης οικονομικής σημασίας και το στηρίζει με διάφορα μέτρα από την παραγωγή μέχρι την κατανάλωση.

Για τα "παρθένα" και "εξαιρετικά παρθένα" ελαιόλαδα η αναγραφή της καταγωγής είναι υποχρεωτική σύμφωνα με την Κοινοτική νομοθεσία. Έτσι, αναγράφεται υποχρεωτικά στη σήμανση το κράτος-μέλος παραγωγής ή η Ευρωπαϊκή Ένωση ή μια Τρίτη χώρα από την οποία μπορεί να προέρχεται το ελαιόλαδο.

Για τα μείγματα παρθένων ελαιολάδων από διάφορες χώρες, ο προσδιορισμός της καταγωγής αναγράφεται ως ακολούθως:

- "Μείγμα ελαιολάδων εκτός Ευρωπαϊκής Κοινότητας" ή αναφορά στην καταγωγή εκτός Ευρωπαϊκής Κοινότητας, όταν προέρχεται από τρίτη χώρα.

- "Μείγμα ελαιολάδων Ευρωπαϊκής Κοινότητας και μη" ή αναφορά στην καταγωγή Ευρωπαϊκής Κοινότητας και μη, όταν προέρχεται από περισσότερα κράτη-μέλη ή τρίτες χώρες.

Διευκρινίζεται ότι, τα μείγματα ελαιολάδου είναι πάντα της ίδιας κατηγορίας.

Μολονότι λειτουργούν 282 περίπου εγκεκριμένα τυποποιητήρια ελαιολάδου, των οποίων η συνολική δυναμικότητα αρκεί και υπερκαλύπτει τις ανάγκες τυποποίησης ολόκληρης της παραγωγής της χώρας, εντούτοις τυποποιούνται μόνο λίγες δεκάδες χιλιάδες τόνοι.

Η ταξινόμηση των ελαιολάδων σε κατηγορίες γίνεται σύμφωνα με τους σχετικούς Κανονισμούς και τα διεθνή πρότυπα για τον προσδιορισμό των φυσικοχημικών και οργανοληπτικών χαρακτηριστικών τους, καθώς και των αντίστοιχων μεθόδων προσδιορισμού, προκειμένου να διασφαλίζεται η γνησιότητα και η ποιότητά τους με μία σειρά αντίστοιχων παραμέτρων.

Σύμφωνα με το πρότυπο της Ευρ.Ένωσης (Καν.2569/91), υπήρχαν 11 παράμετροι για την ποιότητα και 16 παράμετροι για τη γνησιότητα. Με την τελευταία τροποποίηση του Κανονισμού, υιοθετήθηκε μια νέα παράμετρος, αυτή των μεθυλεστέρων και αιθυλεστέρων των λιπαρών οξέων και η αντίστοιχη μέθοδος προσδιορισμού της, η οποία ισχύει μόνο για το "εξαιρετικό παρθένο" ελαιόλαδο, το οποίο καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής παραγωγής (80% περίπου). Για την παράμετρο αυτή, το ανώτατο όριο του συνόλου των μεθυλεστέρων και αιθυλεστέρων καθορίστηκε στα 75 mg/kg.

Με τη νέα αυτή παράμετρο ποιότητας είναι δυνατή η ανίχνευση παλιών ελαιλάδων, αλλά και τυχόν αποσμημένων ελαιολάδων κατώτερης ποιότητας, που ενδεχομένως έχουν αναμειχθεί με εξαιρετικό παρθένο ελαιόλαδο.

Τονίζεται ότι, τα όρια των παραμέτρων πρέπει να συμπεριλαμβάνουν όλα τα αυθεντικά εξαιρετικά παρθένα ελαιόλαδα της ΕΕ, καθόσον το πρότυπο του Καν.(ΕΟΚ) 2568/91 είναι ευρωπαϊκό.

Σημειώνεται ότι, για τη χώρα μας, τα μέχρι τώρα δεδομένα των χημικών αναλύσεων της νέας αυτής μεθόδου δείχνουν ότι το σύνολο των μεθυλεστέρων και αιθυλεστέρων υπερβαίνει τα 20 mg/kg σε ένα ποσοστό άνω του 30% των εξετασθέντων δειγμάτων, ενώ σε ένα ποσοστό 3% υπερβαίνει τα 50 mg/kg.

"Η χώρα μας έχει, ήδη, ζητήσει από την ΕΕ την εξέταση ενδεχόμενης μείωσης του ορίου. Προς το σκοπό αυτό, βεβαίως, είναι αναγκαίο να συγκεντρωθούν περισσότερα στοιχεία αναλύσεων των ελληνικών, κυρίως, αλλά και των υπόλοιπων ευρωπαϊκών ελαιολάδων, καθώς ο Κανονισμός αφορά σε όλη την Ευρωπαϊκή Ένωση", καταλήγει η Απάντηση του ΥΠΑΑΤ.

Υπενθυμίζεται ότι ο κ.Στρατάκης είχε φέρει στη Βουλή τα πρωτοσέλιδα δημοσιεύματα του τοπικού τύπου της Κρήτης, σύμφωνα με τα οποία Ιταλοί και Ισπανοί αγοράζουν χύμα ελληνικό εξαιρετικά παρθένο ελαιόλαδο και το αναμειγνύουν με δικό τους, χρησιμοποιώντας μάλιστα και δικό τους εθνικό σήμα αλλά χωρίς να αναγράφουν την προέλευση της πρώτης ύλης που είναι φυσικά από την Κρήτη ή άλλες περιοχές της Ελλάδας.

Έτσι, ανέφερε ότι "ήδη βιώνουμε τις αρνητικές συνέπειες του νέου Κανονισμού (61/2011) της ΕΕ για τα νέα χαρακτηριστικά των διαφόρων κατηγοριών ελαιολάδου, που δίνει τη δυνατότητα να γίνονται νόμιμες «νοθείες» αποσμημένων ελαιολάδων με έξτρα παρθένα ελαιόλαδα και στη συνέχεια να τα πωλούν ως έξτρα παρθένα".

Συγκεκριμένα, στο έξτρα παρθένο ελαιόλαδο, το άθροισμα αιθυλεστέρων και μεθυλεστέρων κυμαίνεται μεταξύ 25 και 30 mg/kg. Όμως, σ’ ένα ελαιόλαδο που έχει περάσει από τη διαδικασία της απόσμησης, το άθροισμα αιθυλεστέρων και μεθυλεστέρων κυμαίνεται μεταξύ 120 και 190 mg/kg. Έτσι ο προσδιορισμός από τον κανονισμό 61/2011 ως αποδεκτού ορίου τα 75 mg/kg αφήνει περιθώρια για την πραγματοποίηση τέτοιων νόμιμων «νοθειών».

Αντίθετα, στην Ελλάδα, η διαδικασία της απόσμησης δε χρησιμοποιείται, διότι δεν παράγονται ελαιόλαδα με πρόβλημα κακοσμίας, ενώ αυτή η διαδικασία εφαρμόζεται στην Ισπανία και χρησιμοποιείται για τη βελτίωση των χαρακτηριστικών των ελαιολάδων που παράγονται εκεί. Έτσι, δίνεται η δυνατότητα σε ισπανικές και ιταλικές επιχειρήσεις να διαθέτουν τα ελαιόλαδά τους στις διεθνείς αγορές σε χαμηλές τιμές και έτσι να κερδίζουν τις αγορές από τους ανταγωνιστές τους.