Η έξοδος μιας χώρας «με πολύ ιδιαίτερα προβλήματα», όπως η Ελλάδα, από την Ευρωζώνη θα ήταν δυνατή υπό προϋποθέσεις και μόνο μετά την σύγκληση ομάδας ειδικών η οποία θα την προετοίμαζε, εκτιμά ο πρώην επικεφαλής της Κεντρικής Τράπεζας της Γερμανίας Χέλμουτ Σλέσινγκερ, σε συνέντευξή του.

Ο κ. Σλέσινγκερ διευκρινίζει ωστόσο ότι κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να ισχύσει για ένα «κανονικό μέλος της Ευρωζώνης, καθώς θα έσπαγε ένα ταμπού και θα έφερνε διαρκή αναταραχή στην ΟΝΕ».

O πρώην κεντρικός τραπεζίτης της Γερμανίας εκφράζει ωστόσο την βεβαιότητα ότι στην περίπτωση εξόδου μιας χώρας με προβλήματα, η Ευρωζώνη θα περνούσε περίοδο κρίσης, αλλά θα ανακτούσε την αξιοπιστία της. «Ίσως όχι την ίδια αξιοπιστία με το παρελθόν, αλλά πάντως επαρκή. Το ίδιο ισχύει και για την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα», παρατηρεί.

Απαντώντας δε στην ερώτηση αν αισθάνεται δικαιωμένος επειδή είχε προβλέψει ότι το ευρώ θα εξελισσόταν σε ένα «ακριβό λάθος», ο κ. Σλέσινγκερ σημειώνει ότι «η ΟΝΕ ήταν μια καθαρά πολιτική απόφαση» και προσθέτει ότι «από οικονομικής πλευράς δεν εξυπηρετούσε καμία αναγκαιότητα», αλλά διευκρινίζει ότι «η κατάρρευση της Νομισματικής Ένωσης θα ήταν καταστροφή για όλα τα μέλη της».

Σε άλλο σημείο της συνέντευξής του ο κ. Σλέσινγκερ ασκεί δριμεία κριτική στην «επιπόλαιη πολιτική» της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, ενώ διερωτάται αν «οι απαιτήσεις που αναγκαστικά εγγράφει στον ισολογισμό της η Bundesbank είναι πραγματικά ισοδύναμες με τις εγγυήσεις που προσφέρει η Τράπεζα της Ελλάδος για το παθητικό της» και εκφράζει την αμφιβολία του.

«Από τότε που οι εθνικές κεντρικές τράπεζες μπορούν να καθορίζουν οι ίδιες ποιες εγγυήσεις θα ζητήσουν από τις εμπορικές τράπεζες στις οικονομικές συναλλαγές, μερικές από τις απαιτήσεις τους μειώθηκαν ραγδαία.

Με αυτόν τον τρόπο χρηματοδοτούνται τα ελλείμματα του ισοζυγίου πληρωμών των άλλων τραπεζών από την Bundesbank, ένα είδος χρηματοδότησης των γερμανικών επιχειρήσεων», δηλώνει και υποστηρίζει ότι «σχεδόν προσφέρουμε ένα κίνητρο στην Ελλάδα να κάνει περισσότερες εισαγωγές από εξαγωγές, να ζει δηλαδή πάνω από τις δυνατότητές της».