Όταν το 1990 η Βουλή ψήφιζε το νόμο 1892 προκειμένου να «σώσει» από τα χρέη την άλλοτε κραταιά «ΑΓΕΤ Ηρακλής» και να δημιουργήσει τις προϋποθέσεις μεταπώλησής της σε Ιταλούς επενδυτές (σύμφωνα με το σχέδιο της κυβέρνησης Μητσοτάκη), δεν μπορούσε να φανταστεί ότι η συγκεκριμένη νομοθετική ρύθμιση -αφού στο μεταξύ τροποποιηθεί και μετονομαστεί από άρθρο «44» σε άρθρο «99»- θα αποτελέσει… σωσίβιο παντός καιρού για όσες εταιρείες βρίσκονται σήμερα στα πρόθυρα της οικονομικής κατάρρευσης.

Είκοσι και πλέον χρόνια μετά την ψήφιση της αρχικής ρύθμισης και περίπου πέντε έτη μετά τον Ιούλιο του 2007, οπότε και η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας άλλαξε το άρθρο «44» του πτωχευτικού κώδικα με το άρθρο «99» υποσχόμενη να δώσει μια «δεύτερη ευκαιρία» σε όσους βρίσκονταν ένα βήμα πριν την κατάρρευση, εκατοντάδες επιχειρήσεις δικαιολογημένα ή αδικαιολόγητα ζητούν την ασυλία του περιβόητου άρθρου προκειμένου να αποφύγουν κάθε είδους ποινική δίωξη για χρέη προς το Δημόσιο.

Περίπου τέσσερα χρόνια διαρκεί, κατά μέσο όρο, η όλη διαδικασία ένταξης στο άρθρο «99» - κάτι που δεν συμβαίνει πουθενά στην Ευρώπη - και για το διάστημα αυτό παρέχεται κυριολεκτικά αμνηστία για τα αδικήματα έκδοσης ακάλυπτων επιταγών αλλά και καθυστέρησης καταβολής οφειλών προς το δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία! Παρ’ όλα αυτά, ελάχιστες είναι οι επιχειρήσεις που τα καταφέρνουν και συνεχίζουν την λειτουργία τους.

Μόνη προϋπόθεση που θέτει ο νόμος για να παύσει η ποινική δίωξη για οφειλές προς το δημόσιο, είναι τα χρέη αυτά να έχουν δημιουργηθεί πριν από την συμφωνία που μπορεί υπάρξει μεταξύ της εταιρείας και των πιστωτών της για ρύθμιση των οφειλών, υπό την «ομπρέλα» φυσικά του άρθρου «99», με απώτερο στόχο η επιχείρηση να καταφέρει να επιβιώσει αφού εξυγιανθεί. Στο μεταξύ, οι εργαζόμενοι στην εταιρεία τελούν υπό ένα ιδιότυπο καθεστώς ομηρίας αφού όπως έχει αποδειχθεί στην πράξη ούτε απολύονται, ούτε εργάζονται ούτε βέβαια αμείβονται.

Το καθεστώς αυτό επιχειρεί να αλλάξει τώρα η κυβέρνηση, όχι όμως (και) προς την κατεύθυνση προστασίας των εργαζομένων αλλά προς την κατεύθυνση της άμεσης και προνομιακής εξόφλησης του Δημοσίου από τις επιχειρήσεις που τις χρωστούν και έχουν κινήσει τις διαδικασίες για να ενταχθούν στο άρθρο 99. Η… έμπνευση δεν είναι αμιγώς ελληνική αλλά ανήκει (και) στα μέλη της τρόικα που ζητούν χρήμα εδώ και τώρα από τους μεγαλοοφειλέτες του δημόσιου και όχι μόνο. Το όλο θέμα τέθηκε σε συναντήσεις των μελών της τρόικα με τους επιτελείς των συναρμόδιων υπουργείων (Δικαιοσύνης, Οικονομικών και Ανάπτυξης) με το εξής ερώτημα: «Τι συμβαίνει με το άρθρο 99; Εισπράττει ποτέ το κράτος τα χρήματα που του οφείλουν επιχειρήσεις που κάνουν χρήση της ρύθμισης;».

Η εξυγίανση άργησε μια …μέρα

Μέσα στο κλίμα αυτό, ο υπουργός Δικαιοσύνης, Μιλτιάδης Παπαιωάννου, έχει ζητήσει από τους υπουργούς Ανάπτυξης και Οικονομικών να αλλάξουν το άρθρο «99», διαπιστώνοντας «ότι πολλές φορές (η βιωσιμότητα της επιχείρησης και της εξόφλησης των οφειλών της) δεν επιτυγχάνεται αφού παρατηρείται κατάχρηση άσκησης του σχετικού δικαιώματος από πολλές επιχειρήσεις που βρίσκουν ασφαλή διέξοδο αποφυγής άμεσων υποχρεώσεών τους προς τους εργαζομένους και το δημόσιο, αλλά και ποινικής ατιμωρησίας τους».

Ο κ. Παπαϊωάννου ζητεί αλλαγές και στις προϋποθέσεις που απαιτούνται για να υπαχθεί μια εταιρεία στο «99» και αξιώνει ταχύτερη διεκπεραίωση των σχετικών διαδικασιών, όπως απαιτεί άλλωστε και η τρόικα για το σύνολο των δικαστικών διαδικασιών που έχουν να κάνουν με φοροδίκες, κατασχέσεις, κ.ά.

Ήδη, ανακοίνωσε τη σύσταση νομοπαρασκευαστικής επιτροπής που θα πρέπει να έχει υποβάλλει τις προτάσεις για το άρθρο 99 μέχρι τις 31 Μαρτίου.

Μόνο που σήμερα – όπως ανακοίνωσε ο ίδιος ο υπουργός Δικαιοσύνης – εκκρεμούν 2.000 αιτήσεις επιχειρήσεων για υπαγωγή στη συγκεκριμένη διαδικασία, τη στιγμή που το 2005 οι αιτήσεις αυτές ανέρχονταν μόλις στις επτά. Η αλλαγή δηλαδή του καθεστώτος λειτουργίας του «99» όταν έρθει και αν έρθει, το πιθανότερο είναι να μην αφορά τις επιχειρήσεις που ήδη έχουν ενταχθεί στο άρθρο με ό,τι αυτό συνεπάγεται για τους χιλιάδες εργαζόμενους που απασχολούν, το ελληνικό δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία που τους οφείλονται δισεκατομμύρια από τις επιχειρήσεις αυτές.

Ένα ξεφύλλισμα στα βιβλία που τηρούνται στο κτίριο 11 της πρώην σχολής Ευελπίδων και περιλαμβάνουν τα ονόματα των εταιρειών που έχουν υπαχθεί στη ρύθμιση, είναι αρκετό για να αντιληφθεί κανείς πως η …ραχοκοκαλιά της ελληνικής οικονομίας μέσα σε μόλις δυο χρόνια …ξηλώθηκε. Μικρές αλλά και μεγάλες επιχειρήσεις – που τύγχαναν της εμπιστοσύνης των καταναλωτών – φιγουράρουν στα …φαγωμένα από την χρήση βιβλία που μόνο για να τα ξεφυλλίσει κάποιος θα χρειαστεί δεκάδες εργατοώρες. Να σημειωθεί ότι ηλεκτρονική καταχώρηση των στοιχειών αυτών δεν υπάρχει!

Τα ναυπηγεία Ελευσίνας, η αλυσίδα των γνωστών μαγαζιών εμπορίας cd «Metropolis», τα καταστήματα «e-shop», τα ρούχα «Ysatis», τα παπούτσια «elite» και «rollini», η βιομηχανία εσωρούχων «apple boxer» τα παιδικά ρούχα «tricoteen», είναι κάποιες από τις εταιρείες που έχουν υποβάλλει αίτηση μέσα στο 2011 για να υπαχθούν στη ρύθμιση και η διαδικασία έχει ξεκινήσει. Τη μερίδα του λέοντος, όμως, κατέχουν εταιρείες που εμπλέκονται με τον κλάδο της οικοδομής και παράγουν υλικά όπως τσιμέντα, σκυρόδεμα, κ.α. Επίσης, δεκάδες διαφημιστικές και εκδοτικές επιχειρήσεις, (leo burnet, unexpected Advertisin, Alter Τυποεκδοτική, motor press, κ.ά), όπως επίσης εταιρείες τεχνολογίας και πληροφορικής (altec, microland, lanneτ), έχουν καταθέσει αίτηση για να υπαχθούν στη ρύθμιση.

Πόσες τα καταφέρνουν;

Σύμφωνα με νομικούς και δικηγόρους που έχουν ασχοληθεί με το συγκεκριμένο άρθρο ελάχιστες είναι οι εταιρείες που ενώ θα μπουν στο καθεστώς του «99» και θα καταφέρουν στο τέλος να εξυγιανθούν αφού πρώτα έλθουν σε συμφωνία με τους πιστωτές τους και τακτοποιήσουν τις οφειλές τους. Το ποσοστό αυτό ανέρχεται κατά προσέγγιση μόλις στο 5% στο σύνολο των επιχειρήσεων που καταφεύγουν στο «99» και πλέον είναι χιλιάδες. Συνήθως οι επιχειρήσεις αυτές συναντούν μεγάλα εμπόδια από τις τράπεζες που αρνούνται να προχωρήσουν σε συμφωνία ρύθμισης των οφειλών.

protothema.gr