Σαφείς προειδοποιήσεις προς τα κράτη όλου του κόσμου για τις εκπομπές αερίων που προκαλούν το φαινόμενο του θερμοκηπίου, απηύθυνε την Πέμπτη ο γενικός γραμματέας του ΟΟΣΑ, Άνχελ Γουρία, υπογραμμίζοντας πως έως το 2050 θα υπάρξει αύξηση 50% εφόσον «δεν υπάρξει συντονισμένη δράση, σε παγκόσμιο επίπεδο, για τον αναπροσανατολισμό των σημερινών πρακτικών παραγωγής και κατανάλωσης».

«Η διάβρωση του φυσικού περιβαλλοντικού κεφαλαίου μας θα αυξήσει το ρίσκο αμετάκλητων αλλαγών, οι οποίες θα θέσουν σε κίνδυνο δύο αιώνες βελτίωσης του βιοτικού επιπέδου», τόνισε.

Οι προβλέψεις, που περιλαμβάνονται στην έκθεση «Περιβαλλοντικές προοπτικές έως το 2050: Οι συνέπειες της απραξίας», είναι αποκαρδιωτικές.

Οι εκπομπές ρύπων αναμένεται να αυξηθούν κατά 50% έως τα μέσα του αιώνα, οι θάνατοι από τη μόλυνση της ατμόσφαιρας θα διπλασιαστούν, φτάνοντας τα 3,6 εκατ. τον χρόνο και άλλα 2,3 δισεκατομμύρια θα προστεθούν σε όσους ζουν σε περιοχές με σοβαρό πρόβλημα στην προσφορά νερού.

«Όλα αυτά, σε λιγότερο από τέσσερις δεκαετίες, αν μοντέλα και συμπεριφορές δεν αλλάξουν», πρόσθεσε.

«Αν δεν επιτύχουμε να αλλάξουμε τις πολιτικές και τη συμπεριφορά μας, η εικόνα είναι μάλλον ζοφερή. Τα κόστη και οι συνέπειες της αδράνειας είναι κολοσσιαία, τόσο με οικονομικούς όσο και με ανθρώπινους όρους», επεσήμανε επίσης.

«Χωρίς καινούργιες πολιτικές, η παγκόσμια ζήτηση για ενέργεια θα είναι 80% υψηλότερη από ό,τι σήμερα και αυτό θα οδηγήσει σε αύξηση κατά 50% των αερίων του θερμοκηπίου και σε επιδείνωση της μόλυνσης της ατμόσφαιρας. Η τελευταία, στα αστικά κέντρα, θα είναι το 2050 η μεγαλύτερη περιβαλλοντική αιτία θανάτων παγκοσμίως, υποσκελίζοντας το μη ασφαλές πόσιμο νερό και τις κακές συνθήκες υγιεινής. Ο αριθμός όσων αποχωρήσουν πρόωρα από τα εγκόσμια, λόγω της ατμοσφαιρικής μόλυνσης που προκαλεί αναπνευστική ανεπάρκεια, ενδέχεται να διπλασιαστεί, σε σχέση με τα σημερινά επίπεδα και το μεγαλύτερο ποσοστό αυτών των θανάτων θα συμβαίνουν στην Κίνα και την Ινδία», κατέληξε.