Είναι φυσιολογικό κατά καιρούς να αισθανόμαστε ανησυχία, αγωνία και άγχος. Η ζωή χαρακτηρίζεται από αβεβαιότητα. Ο φόβος του απρόβλεπτου και του απρόσμενου γεγονότος που δυνατόν να διαταράξει τη σταθερότητα της κατάστασης ή της ύπαρξης μας μπορεί να ανησυχεί το συναισθηματικό μας κόσμο.

Το αίσθημα της αγωνίας και του άγχους έως ένα σημείο είναι χρήσιμο στις καθημερινές μας δραστηριότητες. Λειτουργεί ως ένας μηχανισμός επαγρύπνησης, άμυνας και ώθησης για τη λήψη μέτρων προς την κατεύθυνση που νομίζουμε ότι είναι η καλύτερη.

Ωστόσο σε ορισμένους ανθρώπους το αίσθημα της ανησυχίας για το τι πρόκειται να συμβεί, είναι υπερβολικό σε ένταση και μεγάλης χρονικής διάρκειας ή συχνά επαναλαμβανόμενο. Το μεγάλο αυτό άγχος μπορεί να σχετίζεται με πολλούς τομείς της ζωής του ατόμου, επαγγελματικό, οικογενειακό, προσωπικό και άλλους.

Η διαταραχή γενικευμένου άγχους χαρακτηρίζεται από την ύπαρξη σε ένα άτομο υπερβολικά έντονου άγχους που εκδηλώνεται γενικά σε διάφορες καταστάσεις και που δεν δικαιολογείται από τα πραγματικά δεδομένα. Το άγχος αυτό είναι παρατεταμένο, ακαθόριστης διάρκειας και είναι σε θέση να διαταράσσει σημαντικά τη ζωή του ασθενούς.

Η πάθηση είναι αρκετά συχνή και εκτιμάται ότι 5% του γενικού πληθυσμού επηρεάζονται από αυτήν. Στις γυναίκες εκδηλώνεται με μεγαλύτερη συχνότητα.

Οι αιτίες πρόκλησης της διαταραχής δεν είναι γνωστές. Είναι πιθανόν ότι υπάρχουν διαταραχές νευροδιαβιβαστών στον εγκέφαλο (σεροτονίνη, νοραδρεναλίνη) που σχετίζονται με γενετικές, περιβαλλοντικές, βιολογικές αιτίες.

Ο τρόπος ζωής, οι εμπειρίες της παιδικής ηλικίας, η ύπαρξη σοβαρών ασθενειών, το υπερβολικό στρες, μερικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας, η ποιότητα των διαπροσωπικών σχέσεων και το οικογενειακό ιστορικό είναι παράγοντες που ίσως αυξάνουν τον κίνδυνο προσβολής από τη διαταραχή γενικευμένου άγχους.

Η διάγνωση της διαταραχής του γενικευμένου άγχους βασίζεται στην κλινική αξιολόγηση. Η αξιολόγηση από τον ειδικό γιατρό λαμβάνει υπόψη τη διάρκεια, το είδος και την ένταση των συμπτωμάτων.

Η χρονική διάρκεια των συμπτωμάτων υπερβολικής ανησυχίας και αγωνίας που απαιτείται για τη διάγνωση του γενικευμένου άγχους είναι τουλάχιστον 6 μήνες. Επιπρόσθετο κριτήριο για τη διάγνωση είναι το ότι ο ασθενής δεν μπορεί ελέγξει, να διαχειριστεί ή να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τα συμπτώματα υπερβολικού άγχους που τον καταλαμβάνουν.

Ο ασθενής δεν μπορεί να χαλαρώνει και υποφέρει. Τα συμπτώματα του άγχους είναι τόσο έντονα που τον επηρεάζουν σημαντικά και προκαλούν προβλήματα στις καθημερινές του δραστηριότητες.

Για την αποδοχή της διάγνωσης είναι υποχρεωτικό τα συμπτώματα που παρουσιάζει ο ασθενής να μην εντάσσονται στα πλαίσια μια άλλης ψυχικής πάθησης ή να είναι παρενέργεια φαρμάκων.

Τα συμπτώματα και σημεία που εκδηλώνονται στους ασθενείς με διαταραχή γενικευμένου άγχους περιλαμβάνουν:

Νευρικότητα, ανησυχία, αγωνία

Δυσκολίες συγκέντρωσης, ευκολία αποσυγκέντρωσης

Ευερεθιστικότητα, οξυθυμία

Ανυπομονησία

Μυϊκή τάση

Προβλήματα ύπνου

Ευκολία κόπωσης και εξάντλησης

Δύσπνοια, υπερβολική εφίδρωση, πόνο στο στομάχι, διάρροια, πονοκέφαλο

Το γενικευμένο άγχος συνήθως αρχίζει νωρίς στη ζωή. Τα σημεία και συμπτώματα της νόσου εγκαθίστανται σταδιακά. Οι ασθενείς, παιδιά ή ενήλικες σε ορισμένες περιόδους είναι καλύτερα ενώ σε άλλες χειροτερεύουν.

Η ύπαρξη των πιο πάνω σημείων ή συμπτωμάτων σε ένα άτομο δεν δείχνει αναγκαστικά ότι αυτό πάσχει από γενικευμένο άγχος. Έχουν ορισθεί ορισμένα κριτήρια σε σχέση με τη διάρκεια, το είδος και τους συσχετισμούς τους που βοηθούν στην τοποθέτηση της διάγνωσης. Ωστόσο μόνο ο ειδικός γιατρός μπορεί να αποφασίσει εάν το σύνολο της διαχρονικής εικόνας του ασθενούς μπορεί να θεωρηθεί ως διαταραχή γενικευμένου άγχους.

Η θεραπεία για το γενικευμένο άγχος μπορεί να προσφέρει πολλά για την ίαση των ασθενών. Τα κυριότερα θεραπευτικά όπλα που υπάρχουν είναι η γνωσιακή συμπεριφορική ψυχοθεραπεία, οι τεχνικές χαλάρωσης και τα αγχολυτικά φάρμακα.

Τα αγχολυτικά φάρμακα που χρησιμοποιούνται συνήθως περιλαμβάνουν τις βενζοδιαζεπίνες και τα ανάλογα τους (διαζεπάμη, αλπραζολάμη, λοραζεπάμη) και τη βουσπιρόνη που ανήκει σε άλλη οικογένεια αγχολυτικών, τις αζαπυρόνες. Επίσης κάποτε χρησιμοποιούνται και αντικαταθλιπτικά φάρμακα.

Η διαταραχή γενικευμένου άγχους μπορεί να αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά με τα θεραπευτικά όπλα που προσφέρονται.

Εναπόκειται στο θεράποντα γιατρό και στον ασθενή να τα χρησιμοποιήσουν και δοκιμάζοντας να καταλήξουν στο ποια είναι η πλέον αποδοτική προσέγγιση για την απαλλαγή του ασθενούς από τα προβλήματα του γενικευμένου άγχους.

medlook