Δραματικές διαστάσεις έχει λάβει η έλλειψη μοσχευμάτων στη χώρα μας, ωστόσο η ηγεσία του υπουργείου Υγείας περιορίζεται στο να ανακοινώνει τη λειτουργία νέων Κέντρων Μεταμόσχευσης. Στο ερώτημα που ευλόγως προκύπτει «πώς θα λειτουργήσουν τα Κέντρα χωρίς μοσχεύματα;» προσώρας δεν δίδεται απάντηση αρμοδίως.

Τα στοιχεία που αφορούν το 2010 είναι ενδεικτικά: οι δότες δεν ξεπέρασαν τους 40 και οι μεταμοσχεύσεις τις 160! Εάν εξαιρεθούν δε οι μεταμοσχεύσεις νεφρού που αποτελούν τη μερίδα του λέοντος διότι γίνονται κυρίως από συγγενείς ζώντες δότες, οι μεταμοσχεύσεις των άλλων οργάνων βρίσκονται σε κατακόρυφη πτώση. Έγιναν 33 μεταμοσχεύσεις ήπατος, 5 καρδιάς και μόλις 3 πνευμόνων!

Η σύγκριση με τις ευρωπαϊκές χώρες είναι απογοητευτική. Στην Ελλάδα αντιστοιχούν 4 δότες ανά εκατομμύριο πληθυσμού, όταν στην Ισπανία αντιστοιχούν 34 και στην Πορτογαλία 31. Γι’ αυτό άλλωστε το λεγόμενο ισπανικό μοντέλο, σύμφωνα με το οποίο όλοι θεωρούνται αυτομάτως μετά θάνατον δωρητές οργάνων, εκτός εάν έχουν δηλώσει εν ζωή ρητώς το αντίθετο, είχε επικρατήσει και σε νομοσχέδιο που είχε καταρτιστεί προ τριετίας επί υπουργίας Αβραμόπουλου –το οποίο ουδέποτε έγινε νόμος.

Στη λίστα του ΕΟΜ περιλαμβάνονται 1.000 νεφροπαθείς, 70 ηπατοπαθείς, 30 καρδιοπαθείς και έξι πνευμονοπαθείς. Οι αριθμοί μαρτυρούν την πλήρη αναντιστοιχία προσφοράς και ζήτησης στο πεδίο των μεταμοσχεύσεων.

Αναντιστοιχία είναι προφανής και στους σχεδιασμούς της ηγεσίας του υπουργείου Υγείας και τις ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας σε ό,τι αφορά το μείζον θέμα της μεταμοσχευτικής πολιτικής.

Χωρίς στρατηγική εφαρμόζεται ο θεσμός της μεταμόσχευσης

Ενώ οι μεταμοσχεύσεις ακολουθούν φθίνουσα πορεία και οι επιστήμονες αποδύονται σε μία τεράστια προσπάθεια για να εξασφαλίσουν μοσχεύματα (είναι ενδεικτικό ότι μόνο τον τελευταίο μήνα η ομάδα του Ωνάσειου έχει μεταβεί σε πέντε νοσοκομεία ανά την Ελλάδα προκειμένου να εξασφαλίσει μοσχεύματα από ισάριθμους δότες, αλλά χωρίς αποτέλεσμα), το υπουργείο Υγείας επικεντρώνεται στο άνοιγμα νέων Κέντρων Μεταμόσχευσης ανά την επικράτεια, αρχής γενομένης από την Αττική.

Διά στόματος του υφυπουργού Υγείας κ. Μιχάλη Τιμοσίδη έχει αναγγελθεί η λειτουργία Κέντρου Ήπατος στο νοσοκομείο «Αττικόν», ενώ μελετάται η επαναλειτουργία του Κέντρου Μεταμόσχευσης Καρδιάς στον «Ευαγγελισμό». Σε ό,τι αφορά δε τη λειτουργία του Κέντρου στον «Ευαγγελισμό», πρέπει να σημειωθεί ότι αυτό λειτούργησε επί 12ετία, ωστόσο η αξιολόγηση των αποτελεσμάτων του από τον ΕΟΜ σε ό,τι αφορά την επιβίωση των ασθενών δεν κατάφερε να το κρατήσει ανοιχτό: το 50% απεβίωνε το πρώτος έτος και το 30% στη δεκαετία. Πρόκειται για ποσοστά θνησιμότητας πολύ χαμηλότερα των αντίστοιχων από διεθνή μεταμοσχευτικά κέντρα.

Βεβαίως, εάν αναλογιστεί κανείς ότι πέρυσι έγιναν μόλις 5 μεταμοσχεύσεις καρδιάς και 3 πνευμόνων στο Ωνάσειο, αντιλαμβάνεται ότι το ζήτημα δεν είναι η τυχόν λειτουργία (και) άλλου Κέντρου Μεταμόσχευσης πχ στον Ευαγγελισμό ή σε άλλο νοσοκομείο, αλλά η ενίσχυση του θεσμού αυτού καθεαυτού. Πάντως, από τις μέχρι τώρα κινήσεις του υπουργείου Υγείας όχι μόνο δεν διαφαίνεται τέτοιος δραστικός για τον θεσμό της μεταμόσχευσης σχεδιασμός, απεναντίας πριμοδοτείται η λύση της «υποκατάστασης » των μεταμοσχεύσεων.

Πριμοδοτούν τις «μηχανικές» καρδιές αντί της δωρεάς οργάνων

Είναι χαρακτηριστική πρόσφατη απόφαση του Κεντρικού Συμβουλίου Υγείας (ΚΕΣΥ) που προβλέπει τη δημιουργία Κέντρων Εμφύτευσης Συσκευών Υποστήριξης Καρδιάς σε νοσοκομεία του ΕΣΥ. Δίδεται δηλαδή το «ελευθέρας» στους καρδιολόγους να τοποθετούν αντλίες χρόνιας μηχανικής υποβοήθησης, τα κοινώς λεγόμενα «μηχανάκια» καρδιάς, σε ασθενείς με καρδιακή ανεπάρκεια. Ωστόσο, αποσυνδέεται πλήρως η εμφύτευση αυτών των πολυδάπανων συσκευών από το Πρόγραμμα Μεταμοσχεύσεων Καρδιάς της χώρας, καθώς καταργείται η αναγκαία γνωμοδότηση του Μεταμοσχευτικού Κέντρου. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΕΟΜ, ήδη 20 καρδιοπαθείς έχουν υποβληθεί σε επέμβαση τοποθέτησης αντλίας χρόνιας μηχανικής υποβοήθησης.

protothema.gr