Είναι γεγονός ότι στην Ελλάδα η αγροτική παραγωγή παρέμεινε ιδιαίτερα χαμηλή, έως στάσιμη, για πολλά χρόνια. Οι διατροφικές ανάγκες της χώρας καλύπτονταν, σχεδόν αποκλειστικά, από προϊόντα που εισάγονταν από το εξωτερικό και από χώρες οι οποίες είχαν την τεχνογνωσία και την ετοιμότητα να παράγουν.

Είναι άξιο προσοχής και μελέτης, πώς, χώρες όπως οι Σκανδιναβικές, με κλίμα μακράν του μεσογειακού, κατάφεραν να παράγουν κηπευτικά προϊόντα. Εμείς από την πλευρά μας, μη αντιδρώντας άμεσα, απωλέσαμε πολύτιμο χρόνο καθώς και την ευκαιρία, να καλύψουμε την εγχώρια και μέρος της διεθνούς αγοράς, με ελληνικά προϊόντα.

Το αγροτικό ζήτημα απαιτεί ουσιαστική αντιμετώπιση όλων των παραμέτρων του. Η αδυναμία του κράτους να πλησιάσει τους παραγωγούς, να τους καταρτίσει σε θέματα καινοτόμων δράσεων και πρωτοπόρων καλλιεργειών, ώστε να τους καταστήσει ανταγωνιστικούς, έγινε αισθητή σε όλους. Από την άλλη πλευρά, οι επιστημονικές κατακτήσεις δεν «βρήκαν» το δρόμο προς την παραγωγή και τους εκπροσώπους της.

Αυτό το κενό όμως, πρέπει να καλυφθεί και η οποιαδήποτε ανακάλυψη ή βελτίωση σε επιστημονικό επίπεδο να γνωστοποιείται στους αγρότες, οι οποίοι με τη σειρά τους θα μπορούν να την υιοθετήσουν. Δεν αρκεί να σημειώνονται επιτυχίες μόνο σε θεωρητικό επίπεδο. Η επιστήμη οφείλει να προσεγγίζει, να στηρίζει και να «φωτίζει» τους παραγωγούς στο επώδυνο, συχνά, αλλά ουσιαστικό, έργο τους. Πρέπει δηλαδή, να αξιοποιηθεί οτιδήποτε νέο και καινοτόμο, προκειμένου να πετύχουμε πρωτότυπες και κερδοφόρες καλλιέργειες ή αποδοτικότερες ποικιλίες.

Θα μπορούσε να αντιτάξει κάποιος σε αυτό το σημείο, ότι η πολιτεία έχει συγκροτήσει ερευνητικά κέντρα προς αυτή την κατεύθυνση. Εκ του αποτελέσματος διαφαίνεται ότι δεν είναι αρκετό, καθώς η σύνδεσή τους με τους αγρότες δεν είναι εύκολη και ξεκάθαρη.

Η όποια ανεπάρκεια του κράτους δεν πρέπει να ανακόψει τη δυναμική των παραγωγών. Αντιθέτως, πρέπει να αποτελέσει αιτία και αφορμή για επαναχάραξη της αγροτικής πολιτικής και ανάληψη πρωτοβουλιών από τους ίδιους τους αγρότες. Καθοριστικός είναι ο ρόλος της Τοπικής Αυτοδιοίκησης η οποία, ως αρωγός των αγροτών θα σταθεί δίπλα τους, θα ενθαρρύνει τις προσπάθειές τους και θα καθοδηγήσει τα βήματά τους. Είναι πλέον εφικτό, οι δήμοι και οι Περιφέρειες, με τις διευρυμένες εξουσίες και αρμοδιότητες που διαθέτουν, να στηρίξουν τον αγροτικό κόσμο και να υπερκεράσουν από κοινού, τις δυσκολίες που δημιουργεί η απουσία του κράτους.

Αρκετοί παραγωγοί της Κρήτης, με την κατάλληλη ενημέρωση θα μπορούσαν να στραφούν και σε άλλες καλλιέργειες, να πειραματιστούν σε άλλα προϊόντα και να μην επενδύσουν αποκλειστικά στην ελιά. Εξάλλου υπάρχουν αρκετά και αισιόδοξα παραδείγματα αγροτών σε όλη τη χώρα οι οποίοι παράγουν, είτε εξειδικευμένα προϊόντα, είτε εφαρμόζουν καινοτόμες μεθόδους και τεχνολογίες στην παραγωγή τους και καθιστούν τα προϊόντα τους ανταγωνιστικά.

Εντούτοις, οι παραγωγοί υιοθέτησαν με ευκολία και επιτυχία, νέου τύπου καλλιέργειες όπως είναι τα βιολογικά προϊόντα, τα οποία όμως δεν αποτελούν την ασφαλιστική δικλείδα που θα προάγει την οικονομία μας, αφού πολλές είναι οι χώρες που έχουν προηγηθεί σε αυτόν το τομέα. Αντίθετα, θα μπορούσαν να στραφούν στην εξειδικευμένη καλλιέργεια προϊόντων, με προδιαγραφές για συγκεκριμένη χρήση, ανάλογα με την υψηλή περιεκτικότητα τους σε βιταμίνες, για παράδειγμα, ή το μέγεθος και την εικόνα που εξασφαλίζουν.

Η ύπαρξη μηχανισμού, ο οποίος θα αναζητήσει μέσα από συγκεκριμένες υπηρεσίες, στοιχεία και πληροφορίες για τις ανάγκες της διεθνούς αγοράς, όπως επίσης για την πορεία άλλων ανταγωνιστριών χωρών, κρίνεται σκόπιμη. Πρόκειται για καθοριστικό βήμα το οποίο μπορεί να υλοποιηθεί από τη συνεργασία των παραγωγών και της Τοπικής Αυτοδιοίκησης. Επιπρόσθετα, η ουσιαστική και συνεχής εκπαίδευση των αγροτών μέσω σεμιναρίων από ειδικούς επιστήμονες και η έμπρακτη εφαρμογή της τεχνολογίας, σε θέματα παραγωγής, αποτελούν το εφαλτήριο για τη νέα πραγματικότητα που διαμορφώνεται.

Το σημαντικότερο όμως όλων είναι, ότι αποτελεί πλέον συνείδηση στους παραγωγούς πως πρέπει οι ίδιοι να δραστηριοποιηθούν, πέραν της παραγωγής, στην προβολή, την προώθηση και διάθεση των προϊόντων τους. Γνωρίζουν πλέον ότι εναπόκειται κυρίως στους ίδιους να αντιληφθούν τις προϋποθέσεις που θα τους καταστήσουν ανταγωνιστικούς, όπως, η παραγωγή προϊόντων που δεν παράγονται ευρέως από άλλες χώρες.

Με αυτό τον τρόπο θα μπορέσουν να ελέγξουν το μέγεθος της παραγωγής τους και να εξασφαλίσουν τιμές που να ανταποκρίνονται στην ποιότητά των προϊόντων τους και θα δικαιώνουν παράλληλα τον κόπο τους.

Οι έλληνες παραγωγοί, με σύμμαχο την Τοπική Αυτοδιοίκηση και οδηγό τους το μεράκι για τη δουλειά τους, μπορούν να χαράξουν το δρόμο της ανάπτυξης και να καταστήσουν εκ νέου τον πρωτογενή τομέα το όχημα που θα μας οδηγήσει σε ένα ελπιδοφόρο μέλλον.

Γεώργιος Ματαλλιωτάκης
Δρ.Μηχανικός παραγωγής & Διοίκησης
Διδάσκων Πολυτεχνείου Κρήτης