Η Επανάσταση του 1821 είναι μια κάπως “άβολη” επέτειος. Υπό την έννοια ότι, σε αντίθεση με τα όσα μαθαίναμε στο Δημοτικό εκείνα τα χρόνια, έχουν έρθει, μέσω της ιστορικής αναζήτησης ή και της εξυπηρέτησης σκοπιμοτήτων, σαφώς περισσότερες προσεγγίσεις από την κλασική «ξεσηκωθήκαμε και διώξαμε τους Τουρκαλάδες».

Λόγοι εθνικοί, λόγοι πολιτικοί, λόγοι διπλωματικοί, λόγοι κοινωνικοί, λόγοι θρησκευτικοί μπορεί να πει κανείς ότι έχουν αναδειχθεί με μεγαλύτερη ή μικρότερη βαρύτητα από την ιστορική ερμηνεία, ανάλογα με το ποιος και κάτω υπό ποιες συνθήκες την διατυπώνει.

Ένα, ωστόσο, ζήτημα που δεν θα μπορούσε ποτέ να αμφισβητηθεί πειστικά ήταν αυτό του προγφανούς εχθρού – του “οχτρού”, όπως θα έλεγαν τότε στα βουνά και στις ραχούλες οπλαρχηγοί, αρματωλοί και λαός.



Ήταν ο κατακτητής, ο Τούρκος, ο “άπιστος”, ο “βάρβαρος”, ο “δυνάστης”, ο βιαστής, ο κλέφτης. Ήταν ξεκάθαρα στοχοποιημένος, ήταν προφανές ότι, ανεξάρτητα από την όποια αιτία και αφορμή για τον ξεσηκωμό, ο στόχος υπήρχε: να φύγει ο οχτρός!

Μάλιστα, το λάβαρο της επίσημης κήρυξης της Επανάστασης είχε εξ αρχής αναδείξει και μια έντονη διλημματική χροιά: Ελευθερία ή Θάνατος! Όσο κι αν ήταν ένα σύνθημα έντονα φορτισμένο συναισθηματικά, είναι σίγουρο πως η λογική που εξυπηρετούσε ήταν μία: ο μονόδρομος του Αγώνα – τουλάχιστον για εκείνους που δεν επρόκειτο ποτέ να γίνουν ριψάσπιδες ή να χρηματιστούν και να προδώσουν.




Εκατόν ενενήντα ένα χρόνια μετά, η Ελλάδα ζει μία νέα ιδιότυπη υποδούλωση. Και σαφώς πιο σύνθετη, υπό την έννοια ότι και προφανής “οχτρός” για όλους δεν υπάρχει αλλά και είναι διχασμένη – δεν έχει σημασία σε ποιο ποσοστό – η κοινή γνώμη για τον τρόπο με τον οποίο οι Έλληνες θα κάνουμε το επόμενο βήμα στην Ιστορία: θα πορευθούμε καρτερικά με βάση τις μνημονιακές επιταγές και τα συνεχή βάρη που σωρεύονται επί των κεφαλών μας με όλο και μειούμενο το εύρος των εναπομεινασών δυνάμεων του λαού;

Ή θα επαναστατήσουμε με μία ηρωική έξοδο προς τη δραχμή, η οποία σίγουρα θα έχει έντονη θυμική φόρτιση και συμβολισμούς που θα παραπέμπουν, ενδεχομένως, στο Μεσολόγγι, στο Κούγκι και στο Ζάλογγο αλλά διαβεβαιώσεις για την επόμενη μέρα της οποίας ουδείς θα μπορεί να παράσχει;



Μοιάζει να είναι αυτό το σύγχρονο δίλημμα, εκείνο που κατ΄αναλογίαν μπαίνει απέναντι στο “Ελευθερία ή Θάνατος” των δοξασμένων μας προγόνων. Δεν είναι όμως έτσι, γιατί αν δεχθούμε κάτι τέτοιο πάει να πει ότι απέναντί μας έχουμε όντως συγκεκριμένο “οχτρό” που θα έπρεπε ήδη να έχουμε ξεκινήσει να τον πολεμούμε κυριολεκτικά, δηλαδή με τα όπλα!

Οι Έλληνες σήμερα δεν έχουμε να ελευθερωθούμε ή να πεθάνουμε, έχουμε μόνο να αντέξουμε! Απέναντι σε αυτούς που μας έχουν επιβάλλει αυτήν την παράλογη, καταστροφική και αδιέξοδη συνταγή και απέναντι σε αυτούς που μας καλούν να χορέψουμε ένα νέο Ζάλογγο – κι ας μην μείνει κανείς στη ζωή από τους χορευτές.



 Ο μονόδρομός μας είναι να πείσουμε αυτούς που έχουν τη δύναμη να παίρνουν αποφάσεις εντός και εκτός Ελλάδος ότι αυτή η πολιτική πρέπει να αλλάξει άμεσα, ΤΩΡΑ! Και τους εταίρους μας, ότι αν εξαθλιωθεί περαιτέρω ο μέσος Έλληνας, δεν θα βρουν κάποια στιγμή στη χώρα ένα φθηνό εργατικό δυναμικό για να στήσουν παραγωγικές γραμμές, παρά μόνο άναρχες και διαλυτικές της κοινωνίας καταστάσεις που θα πληρώσουν και οι ίδιοι. Αλλά και τους απαξιωμένους πολιτικούς μας ότι πρέπει, πλέον, να δώσουν ένα όραμα – ανάλογο της Ελευθερίας που μας είχαν δώσει οι οπλαρχηγοί του 1821 – το οποίο δεν μπορεί, φυσικά, να είναι “ψηφίστε με για να μην απολυθείτε εσείς ή οι οικείοι σας” αλλά “εμπιστευθείτε με για να αγωνιστώ εκεί που πραγματικά λαμβάνονται οι αποφάσεις και να τους πείσω ότι η ρότα πρέπει να αλλάξει”.




Το ερώτημα είναι ποιός θα εμπνεύσει το σύγχρονο όραμα. Ειλικρινά, εδώ δεν φαίνεται ακόμη να υπάρχει απάντηση. Το σίγουρο είναι ότι πρέπει ως κοινωνία να το πιέσουμε, να το προκαλέσουμε, να το βοηθήσουμε να εμφανιστεί με έναν πειστικό και ειλικρινή εκφραστή του. ΤΩΡΑ!

 Διαφορετικά, θα είναι πολύ δύσκολο να ξανατιμήσουμε στο μέλλον Εκείνους...