Κατά πόσο η αύξηση της θερμοκρασίας αναμένεται να τροποποιήσει τη σύνθεση των ειδών και να μειώσει τον αριθμό των πτηνών που διαχειμάζουν σε περιοχές της Ελλάδας ή να μειώσει το χρονικό διάστημα της παραμονής τους;

Στην απάντηση του παραπάνω ερωτήματος φιλοδοξεί να συμβάλει έρευνα, με τίτλο "Καιρός και φαινολογία μετανάστευσης και διαχείμασης πτηνών σε οικοσυστήματα της Βόρειας Ελλάδας".

Την έρευνα εκπόνησαν μέλη- συνεργάτες του Εργαστηρίου Άγριας Πανίδας του Τμήματος Δασοπονίας και Διαχείρισης Φυσικού Περιβάλλοντος Καρδίτσας και της Διεύθυνσης Έρευνας και Τεκμηρίωσης της Κυνηγετικής Ομοσπονδίας Μακεδονίας και Θράκης.

Στο πλαίσιο της εργασίας βρέθηκε ότι η άφιξη των μπεκατσών (Scolopax rusticola) στην περιοχή έρευνας λαμβάνει χώρα κυρίως από το τρίτο δεκαήμερο του Οκτωβρίου έως το τρίτο δεκαήμερο του Νοεμβρίου. Το μέσο δεκαήμερο όπου σημειώνεται η αύξηση του αριθμού των μπεκατσών τοποθετείται ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο δεκαήμερο του Νοεμβρίου.

Από τα διαθέσιμα στοιχεία που συλλέχθηκαν επί δεκαετία προκύπτει ότι η άφιξη των μπεκατσών στη χώρα μας καθυστέρησε κατά τις περιόδους με υψηλότερες θερμοκρασίες αέρα. Επίσης τις μετακινήσεις των μπεκατσών που φτάνουν στη χώρα μας επηρεάζουν οι καιρικές συνθήκες που επικρατούν στη Σερβία, αλλά και στην Ελλάδα, κατά τη διάρκεια του δεκαημέρου άφιξης.

Η ύπαρξη μπεκατσών σε μια περιοχή εξαρτάται από τη διαθεσιμότητα των γαιοσκωλήκων και ως εκ τούτου υψηλότερες θερμοκρασίες δημιουργούν ευνοϊκές συνθήκες για τους γαιοσκώληκες στο βορρά, ενώ στο νότο οι υψηλότερες θερμοκρασίες ξηραίνουν το έδαφος, κάτι το οποίο μπορεί να εξηγήσει ίσως την καθυστερημένη άφιξη των μπεκατσών στη χώρα μας κατά τα θερμότερα έτη.

Όπως δήλωσε ακόμη στο ΑΜΠΕ ο κ. Μπίρτσας, επίκουρος καθηγητής Τμ. Δασοπονίας & Διαχείρισης Φυσικού Περιβάλλοντος Καρδίτσας, το μπεκατσίνι (Gallinago gallinago) δείχνει τάσεις αναβολής της φθινοπωρινής αποδημίας του στην Κεντρική Ευρώπη κατά την περίοδο 1964-2005. Η αναβολή της έναρξης της μετανάστευσης του μπεκατσινιού αποδίδεται στην αύξηση της θερμοκρασίας.

Για τη σιταρήθρα (Alauda arvensis) δεν παρατηρήθηκε κάποια σχέση του χρόνου αναχώρησής της, από τη χώρα μας προς το βορρά, με τη θερμοκρασία αέρα και το ύψος βροχής και χιονιού. Πιθανόν, κάποιοι άλλοι παράγοντες επέδρασαν στη φαινολογία της μετανάστευσης του είδους.

Όσο για τα υδρόβια στο Δέλτα του Έβρου, το παρατεταμένο ψύχος των μηνών Δεκεμβρίου 2001 και Ιανουαρίου 2002 φαίνεται να αύξησε την αφθονία των υδροβίων αρχικά, πιθανόν επειδή έρχονταν πτηνά από βόρεια. Καθώς, όμως, το ψύχος συνεχίστηκε, τα υδρόβια μετακινήθηκαν νοτιότερα κι έτσι η αφθονία τους στο Δέλτα Έβρου μειώθηκε.

Αν και τα δεδομένα στη συγκεκριμένη έρευνα ήταν περιορισμένα, έδειξαν ότι η θερμοκρασία αέρα αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους ή ίσως το σημαντικότερο παράγοντα που επιδρά στη φαινολογία της μετανάστευσης των πτηνών.

Η επίδραση της θερμοκρασίας, ωστόσο, είναι διαφορετική μεταξύ των ειδών, καθώς έχουν διαφορετικές οικολογικές απαιτήσεις. Στα δασικά και υγροτοπικά οικοσυστήματα, όπου η ανεύρεση τροφής από τα είδη που εξετάστηκαν έχει αμεσότερη σχέση με τη θερμοκρασία, η φαινολογία της μετανάστευσής τους επηρεάζεται σοβαρά, σε αντίθεση με τη φαινολογία μετανάστευσης της σιταρήθρας, που τρέφεται με σπόρους στα γεωργικά οικοσυστήματα, όπου η διαθεσιμότητά τους δεν έχει σοβαρές μεταβολές με βάση τη θερμοκρασία.

Η αύξηση της θερμοκρασίας αναμένεται να μειώσει τον αριθμό ειδών που διαχειμάζουν σε περιοχές της Ελλάδας, όπως μπορεί να συμβεί με τις χήνες (Anser sp.) ή να μειώσει το χρονικό διάστημα της παραμονής τους, όπως μπορεί να συμβεί με τη μπεκάτσα.

Ειδικά για την περιοχή της Μεσογείου και από τις έως τώρα ενδείξεις, αναμένεται να συνεχιστεί η αύξηση των μέσων και ακραίων τιμών θερμοκρασίας και η μείωση της ετήσιας βροχόπτωσης.

Ο κ. Μπίρτσας εξηγεί ακόμη στο ΑΜΠΕ ότι οι πληθυσμιακές τάσεις των πτηνών συνιστούν δείκτη κατάστασης περιβαλλοντικών παραμέτρων που μπορούν να επηρεάσουν και τον άνθρωπο. Συνεπώς, η μακροχρόνια παρακολούθηση των πτηνών με συγκεκριμένες μεθόδους, σε διαφορετικά οικοσυστήματα, θα είναι χρήσιμη στην εκτίμηση των επιπτώσεων της κλιματικής αλλαγής και στη λήψη των κατάλληλων διαχειριστικών μέτρων.