Η ραπαμυκίνη είναι ένα ανοσοκατασταλτικό φάρμακο που χορηγείται σε περιπτώσεις μεταμοσχεύσεων για να αποφευχθεί η απόρριψη του μοσχεύματος, καθώς και στο πλαίσιο αντικαρκινικών θεραπειών.

Προηγούμενες έρευνες σε πειραματόζωα έχουν δείξει ότι η λήψη της έχει την ιδιότητα να παρατείνει τη ζωή. Ταυτόχρονα όμως προκαλεί δυσανεξία στη γλυκόζη, μια παρενέργεια που έχει αναφερθεί και στους ανθρώπους και η οποία μπορεί να οδηγήσει στην πρόκληση διαβήτη.

Μια ομάδα ερευνητών από το Ινστιτούτο Whitehead Βιοιατρικών Ερευνών στο Cambridge της Μασαχουσέτης, υπό την εποπτεία του Dr David Sabatini, επίκουρου καθηγητή Βιολογίας του MIT διεξήγαγε πειράματα με το συγκεκριμένο φάρμακο και διαπίστωσε ότι η ραπαμυκίνη δρα σε δυο σημαντικές πρωτεΐνες την MTORC1 και την MTORC2. Συγκεκριμένα, παρατήρησαν ότι η δράση του φαρμάκου στο γονίδιο που ελέγχει την έκφραση της πρωτεΐνης MTORC1 παρατείνει τη ζωή, ενώ η δράση του στο γονίδιο που ελέγχει την MTORC2 προκαλεί διαβήτη.

Η ομάδα του Sabatini πειραματίζεται με τη δημιουργία παραλλαγών της ραπαμυκίνης που επιδρούν μόνο στο γονίδιο της MTORC1. «Εάν μπορέσουμε να στοχεύσουμε μόνο την MTORC1, θα διασφαλίσουμε τη δράση του φαρμάκου σε σχέση με τη μακροβιότητα, και θα απαλλαγούμε από τις ανεπιθύμητες ενέργειές του», δήλωσε ο ίδιος

vita.gr