«Ανοιχτό» παραμένει σύμφωνα με τον υπουργό Διοικητικής Μεταρρύθμισης, Δ. Ρέππα, το θέμα της επιστροφής αρχαιολογικών θησαυρών που αφαιρέθηκαν βιαίως και παράνομα από την Ελλάδα, στη διάρκεια της Κατοχής.

Όπως αναφέρει συγκεκριμένα ο κ. Ρέππας σε έγγραφό του που διαβιβάστηκε στη Βουλή, προς απάντηση ερώτησης του βουλευτή της Δημοκρατίας Συμμαχίας Λευτέρη Αυγενάκη, «η εν προκειμένω εκκρεμότητα υφίσταται και διατηρούμε πάντα το δικαίωμα και τις δυνατότητες για τον χειρισμό και την ικανοποιητική εξέλιξή της».

Η Ελλάδα ουδέποτε παραιτήθηκε των αξιώσεων της», ξεκαθαρίζει ο υπουργός και ενημερώνει ότι «η ελληνική κυβέρνηση θα αξιολογήσει την πρόσφατη απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης σχετικά με τη διαφορά μεταξύ Γερμανίας και Ιταλίας στην οποία παρενέβη και η χώρα μας, υπό το φως της σταθερής και διαχρονικής θέσης ότι το ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων παραμένει ανοιχτό».

Σύμφωνα με τα στοιχεία που παραθέτει ο κ. Ρέππας, οι περιοχές που επλήγησαν περισσότερο από τη δράση των δυνάμεων της κατοχής είναι η Κρήτη, η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη, η Σάμος και η Θεσσαλία. Όπως αναφέρει το έγγραφο του υπουργού, το 2010, η Διεύθυνση Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών ενημερώθηκε από τον επιστημονικό υπεύθυνο του Pfahlbaumuseum της Γερμανίας, ότι στο συγκεκριμένο μουσείο φυλάσσονται αρχαιότητες, προερχόμενες από την παράνομη ανασκαφή νεολιθικού οικισμού στη Θεσσαλία, η οποία διεξήχθη κατά τη διάρκεια της Κατοχής από τους Γερμανούς. Η Διεύθυνση επικοινώνησε άμεσα με το εν λόγω Μουσείο και τα αρχαία θα επαναπατρισθούν αμέσως μόλις ολοκληρωθεί η καταγραφή τους.

Ο υπουργός Διοικητικής Μεταρρύθμισης θυμίζει ότι, τα προηγούμενα χρόνια, εκδόθηκαν δύο εγκύκλιοι από τη Διεύθυνση Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων προς τις Εφορείες Προϊστορικών και Κλασικών Αρχαιοτήτων για την καταγραφή των απωλεσθεισών αρχαιοτήτων, καθώς και όσων επαναπατρίσθηκαν.

Ωστόσο, από τις απαντήσεις των αρμοδίων υπηρεσιών του υπουργείου Πολιτισμού και Τουρισμού, διαφαίνεται ότι μικρός μόνο αριθμός αρχαίων επεστράφη. Για τα περισσότερα δεν κατέστη δυνατός ο εντοπισμός τους, αφού δεν υπήρχε η αναγκαία φωτογραφική ή σχεδιαστική τεκμηρίωση.

Από τις επιστροφές, στο έγγραφο του κ. Ρέππα, γίνεται ενδεικτική μνεία στο μαρμάρινο γυναικείο άγαλμα, κλαπέν από το Αρχαιολογικό Μουσείο Θεσσαλονίκης, επιγραφές από την Αμφίπολη, το άγαλμα της Φιλίππης, μια λακωνική κύλικα και τρία κιβώτια με αρχαία από τη Σάμο (Μουσείο Βαθέως), χάλκινος τράγος (μουσείο Θέρμου), ανάγλυφο με παράσταση θράκα ιππέα (Έδεσσα), μαρμάρινη κεφαλή θεραπαινίδος από το επιτύμβιο μνημείο (Παιανία).

Το υπουργείο Πολιτισμού και Τουρισμού δια της αρμόδιας Διεύθυνσης Τεκμηρίωσης και Προστασίας Πολιτιστικών Αγαθών επιχείρησε, το 2011, να αποσαφηνίσει ποιες αρχαιότητες έχουν επαναπατρισθεί και να καταγράψει αναλόγως και ποια βυζαντινά/μεταβυζαντινά μνημεία είχαν αρπαγεί ή καταστραφεί. Οι απαντήσεις των αρμοδίων Εφορειών Βυζαντινών και Μεταβυζαντινών συγκεντρώθηκαν και δημιουργήθηκε ένας κατάλογος μνημείων, τα οποία είχαν υποστεί λεηλασίες ή καταστροφές.