Μία νέα βρετανο-αμερικανική επιστημονική έρευνα αναδεικνύει το πρόβλημα των επικίνδυνων μυκητών, επισημαίνοντας ότι αυξάνεται συνεχώς ο αριθμός των ασθενειών που οι μύκητες προκαλούν στο ζωικό βασίλειο, στα άγρια φυτά, αλλά και στις γεωργικές καλλιέργειες.

Η εξέλιξη αυτή θέτει σε ολοένα μεγαλύτερο κίνδυνο όχι μόνο τη βιοποικιλότητα του πλανήτη, αλλά και τις διατροφικές πηγές του ανθρώπου. Η έρευνα, που χτυπάει «καμπανάκι κινδύνου» και ζητά την επείγουσα λήψη προληπτικών μέτρων, εκτιμά ότι στο 70% περίπου των περιπτώσεων όπου μία μολυσματική νόσος καταστρέφει ένα ζώο ή ένα φυτό, φανερός ή κρυφός ένοχος είναι ένας νέος μύκητας.

Είναι χαρακτηριστικό ότι, χωρίς να το ξέρει ο πολύς κόσμος, ήδη διεθνώς βρίσκονται σε εξέλιξη επτά επιδημίες μυκήτων. Οι ερευνητές, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό "Nature", σύμφωνα με το Γαλλικό Πρακτορείο, επισημαίνουν ότι διάφοροι μύκητες, μεταξύ άλλων, εξαφανίζουν σταδιακά τα αμφίβια (ιδίως τους βάτραχους) σε πολλές ηπείρους, αποδεκατίζουν τις νυχτερίδες και τις μέλισσες, εξοντώνουν τα κοράλλια και τις θαλάσσιες χελώνες κ.ά., σύμφωνα με το ΑΠΕ.

Οι μύκητες έμμεσα απειλούν και τους ανθρώπους, καθώς επιτίθενται σε αγροτικές καλλιέργειες, μειώνοντας την παραγωγή ρυζιού, δημητριακών, πατατών, σόγιας και άλλων σοδειών. Αν και το πρόβλημα διαφέρει σε σοβαρότητα από περιοχή σε περιοχή, σύμφωνα με τους ερευνητές, αν ειδωθεί σε διεθνές επίπεδο, συνιστά μία επιδεινούμενη απειλή για τη διατροφική ασφάλεια της ανθρωπότητας.

Εκτιμάται ότι οι μύκητες προκαλούν ζημιές ύψους περίπου 60 δισεκατομμυρίων δολαρίων ετησίως μόνο στις καλλιέργειες ρυζιού, σιταριού και καλαμποκιού. Για παράδειγμα, ένας μόνο μύκητας (Magnaporthe oryzae) ευθύνεται για την απώλεια κατά 10% έως 35% της παραγόμενης ποσότητας ρυζιού σε 85 χώρες. Ένας άλλος μύκητας (το στέλεχος Ug99 του Puccinia graminis) μπορεί να εξολοθρεύσει το 100% μιας καλλιέργειας σιταριού.

Οι ζημιές στις καλλιέργειες
Η μελέτη υπολογίζει ότι κάθε χρόνο καταστρέφονται συνολικά περίπου 125 εκατομμύρια τόνοι αγροτικών καλλιεργειών, κυρίως δημητριακών και των πατατών. Αν δεν υπήρχαν αυτές οι απώλειες, ένα μεγάλο μέρος της ανθρωπότητας (περίπου 600 εκατ. άνθρωποι) δεν θα αντιμετώπιζαν πρόβλημα διατροφής.

Η νέα έρευνα, που επαναξιολόγησε όλες τις δημοσιευμένες μελέτες πάνω στο ζήτημα, κατέληξε στο συμπέρασμα ότι τελικά οι μύκητες συνιστούν μεγαλύτερη απειλή σε σχέση μ’ άλλους παθογόνους μικροοργανισμούς, αν και ως τώρα η αυξανόμενη απειλή τους δεν έχει γίνει ευρέως αντιληπτή, καθώς τόσο οι υγειονομικές Αρχές, όσο και η κοινή γνώμη, έχουν ευαισθητοποιηθεί απέναντι κυρίως στους ιούς και μερικά γνωστά παθογόνα βακτήρια. Στην πραγματικότητα, όμως, η απειλή από τους μύκητες έχει ξεπεράσει πλέον αυτήν που συνιστούν οι ιοί και τα βακτήρια μαζί - και συνεχίζει να αυξάνεται.

Οι επιστήμονες εκτιμούν ότι οι απώλειες καλλιεργούμενων τροφίμων λόγω μόλυνσης από μύκητες θα μπορούσαν κάποια στιγμή να φθάσουν ακόμα και τα 900 εκατ. τόνους, επιτείνοντας σοβαρά τη διατροφική ανασφάλεια διεθνώς. Αν και το δυσοίωνο αυτό σενάριο έχει μικρές πιθανότητες, αν όντως συμβεί, τότε θα οδηγούσε σε πλανητικό λιμό που θα έπληττε πάνω από 4,2 δισεκατομμύρια ανθρώπους.

Τα θύματα μεταλλάσσονται σε σούπερ-φορείς
Η εξάπλωση των μυκήτων γίνεται από «σκληροτράχηλα» κι άκρως ανθεκτικά σπόρια, που μεταφέρει ο άνεμος ή το νερό. Όταν οι μύκητες προσβάλλουν ένα μεγάλο πληθυσμό, εξαπλώνονται τόσο γρήγορα που ο προσβαλλόμενος πληθυσμός εξοντώνεται πριν τα θύματα προλάβουν να αποφύγουν τη μόλυνση και τη μετάδοσή της από το ένα άτομο στο άλλο. Εξάλλου, μετά τη μόλυνσή τους μερικοί οργανισμοί, γίνονται οι ίδιοι σούπερ-φορείς εξάπλωσης του μύκητα, μεταφέροντας και σε άλλα είδη την μόλυνση.

Οι μύκητες επίσης κάνουν μακρινά ταξίδια με τη βοήθεια των ίδιων των ανθρώπων, οι οποίοι, με το εμπόριο και τον τουρισμό, μεταφέρουν στα πέρατα της Γης μολυσμένα ζώα και φυτά. Η γενετική «ευελιξία» των μυκήτων εξάλλου τους βοηθά να αναπτύσσουν την μολυσματική ικανότητά τους. Αντίθετα με άλλους μικροοργανισμούς, οι μύκητες αποκτούν γρήγορα τις γενετικές αλλαγές που τους επιτρέπουν να δημιουργούν νέα πιο μολυσματικά παθογόνα είδη.

Οι μύκητες επίσης μπορούν να ζουν είτε πάνω ή μέσα στους ξενιστές τους, είτε μόνοι τους στη φύση, π.χ. στο χώμα ή στη θάλασσα. Αντίθετα με άλλα μικρόβια, όπως οι ιοί, συνήθως οι μύκητες δεν χρειάζονται τους ξενιστές τους για να εξαπλωθούν και έτσι δεν έχουν πρόβλημα να εξοντώσουν ένα ολόκληρο πληθυσμό, αφού τον μολύνουν.

Τέλος, οι μύκητες, σύμφωνα με τη νέα έρευνα, επιδεινώνουν και την κλιματική αλλαγή, επειδή τα δέντρα που καταστρέφονται λόγω μόλυνσης, δεν μπορούν πια να απορροφήσουν 230 έως 580 μεγατόνους ατμοσφαιρικού διοξειδίου του άνθρακα (περίπου το 0,07% του συνόλου).