Μετά την Ευρώπη είναι σειρά του ΔΝΤ να αυξήσει το ύψος της συνεισφοράς του για την αντιμετώπιση της κρίσης χρέους, τόνισε ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών Β. Σόιμπλε, ενόψει της εαρινής συνόδου του Ταμείου στην Ουάσινγκτον.

Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών ταξιδεύει την Πέμπτη για την πρωτεύουσα των ΗΠΑ, με την προσδοκία ότι το ΔΝΤ θα εγκρίνει την αύξηση της συμβολής του στα συνολικά κεφάλαια που προορίζονται για τις ανάγκες αντιμετώπισης της κρίσης χρέους.

Η πρόσθετη συνεισφορά του Ταμείου θα ανέλθει στα 400 δισ. δολάρια, εκτίμησε σε δηλώσεις που έκανε στο Reuters, σύμφωνα με την Deutsche Welle.

«Ταξιδεύω εκεί με το μήνυμα ότι η Ευρώπη έπραξαν ό, τι είχε συμφωνηθεί […] Δεν δίνουμε λανθασμένα ερεθίσματα, δε βρίσκουμε καλλωπιστικές λύσεις, αλλά ασχολούμαστε πραγματικά με την επίλυση των προβλημάτων. Αυτό κάνουν όλες οι ευρωπαϊκές χώρες, ασχέτως αν αυτές λέγονται Ελλάδα, Ισπανία, Ιρλανδία, Πορτογαλία, Ιταλία ή ακόμη και Γερμανία, σε μία πειστική και διαρκή βάση» υπογράμμισε.

Ο Γερμανός υπουργός εμφανίζεται πεπεισμένος ότι θα αποφασιστεί στην Ουάσινγκτον η αύξηση της οικονομικής συμβολής του ΔΝΤ στους μηχανισμούς διάσωσης. Αναφερόμενος σε κάποιες φωνές που αντιδρούν στη λήψη μίας τέτοιας απόφασης, είπε ότι ενδεχόμενη αλλαγή του πλαισίου των προϋποθέσεων που έχουν τεθεί, θα ήταν ενάντια στα συμφωνηθέντα.

«Βασιζόμενος σε όσα διάβασα, το ΔΝΤ υπολογίζει αύξηση της τάξεως των 400 δισ. δολαρίων, τα μισά από τα οποία περίπου οφείλει να καλύψει η Ευρώπη» συμπλήρωσε ο Γερμανός υπουργός.

Σε ερώτημα για τις επιπτώσεις του ενδεχομένου να μη ληφθεί η σχετική απόφαση ήταν κατηγορηματικός: «Θεωρώ αυτονόητο ότι και οι υπόλοιποι θα τηρήσουν όσα συμφωνήσαμε».

Ο Γερμανός υπουργός Οικονομικών επαίνεσε τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης που καταβάλλουν οι κυβερνήσεις της Ισπανίας και της Ιταλίας.

Συγκεκριμένα, για την Ισπανία είπε ότι δεν είναι υποψήφια για ένταξη στους μηχανισμούς ευρωστήριξης, λεγοντας ότι «τα βασικά δημοσιονομικά στοιχεία της Ισπανίας δε συγκρίνονται με αυτά των χωρών που έχουν ενταχθεί σε προγράμματα στήριξης.»

«Η Ισπανία», κατέληξε, «πρέπει να επιδιώξει να κερδίσει εμπιστοσύνη, ώστε να μπορέσει να δώσει συνέχεια στις θετικές εξελίξεις».

 

in.gr