Σε σχεδόν 160.000 ανέρχονται, σύμφωνα με την Eurostat, οι μερικώς απασχολούμενοι στην Ελλάδα -ένα από τα μικρότερα ποσοστά στο σύνολο του εργατικού δυναμικού στην ΕΕ των «27». Πάνω από τους μισούς επιθυμούν και μπορούν να εργαστούν παραπάνω ώρες και άρα θεωρούνται, σύμφωνα με τη μεθοδολογία της στατιστικής υπηρεσίας, υποαπασχολούμενοι.

Ο αριθμός των μερικώς απασχολούμενων στην Ελλάδα αντιστοιχεί σε ποσοστό 6,7% επί του συνόλου των εργαζομένων -ο μέσος όρος στην Ευρωζώνη είναι 20,8% και στην ΕΕ των «27» 19,4%.

Το 58,1% των μερικώς απασχολούμενων στην Ελλάδα λογίζεται, βάσει των κριτηρίων της Eurostat, ως υποαπασχολούμενοι -δηλαδή 3,9% επί του συνόλου.

Επίσης, στην Ελλάδα 22.000 άνθρωποι αναζητούν εργασία και είναι σε θέση να εργαστούν, ενώ 64.000 είναι σε θέση να εργαστούν, αλλά δεν αναζητούν εργασία. Βάσει αυτών των στοιχείων, η Eurostat επισημαίνει ότι το δυνητικά πρόσθετο εργατικό δυναμικό στην Ελλάδα (ηλικίας 15 ως 74 ετών) ανέρχεται στο 1,7% της συνολικής εργατικής δύναμης (εργαζόμενοι συν άνεργοι).

Το αντίστοιχο ποσοστό στην Ευρωζώνη είναι 4,8% και στην ΕΕ των «27» 4,6%.

Τα χαμηλότερα ποσοστά μερικής απασχόλησης καταγράφονται στη Βουλγαρία (2,3%), στη Σλοβακία (4,1%), στην Τσεχία (5,4%) και στην Ελλάδα (6,7%).

Αντιθέτως, οι χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά μερικής απασχόλησης είναι η Ολλανδία (49,1%), η Μ. Βρετανία (26,7%), η Γερμανία (26,5%), η Σουηδία (26%), η Δανία (25,9%), η Αυστρία και το Βέλγιο (25%).