Στη Σύνοδο του Λονδίνου, τον Απρίλιο του 2009, οι ηγέτες των είκοσι πλουσιότερων κρατών έλαβαν καθοριστικής σημασίας αποφάσεις για την αντιμετώπιση της κρίσης. Η απόφαση να αναλάβουν οι κεντρικές τράπεζες το κύριο βάρος των προσπαθειών εξόδου από την κρίση, μέσω της εκτύπωσης χρήματος, επέτρεψε στην παγκόσμια οικονομία να ανακάμψει από τη χειρότερη ύφεση μεταπολεμικά. Η εξαίρεση της ΕΚΤ από τη συμφωνία αυτή μετέφερε το κέντρο βάρους της κρίσης από τις ΗΠΑ στην Ευρωζώνη, όπως από τότε προέβλεπε η «Ημερησία».

Η επικεφαλής του ΔΝΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, κάλεσε προχθές τα κράτη-μέλη του Οργανισμού να λάβουν αντίστοιχης εμβέλειας αποφάσεις στη Σύνοδο που πραγματοποιείται αυτό το Σαββατοκύριακο στην Ουάσιγκτον. «Τα σύννεφα μαζεύονται στον ορίζοντα», προειδοποίησε η κ. Λαγκάρντ και ζήτησε να δημιουργηθεί μία κεφαλαιακή «ομπρέλα» πάνω από την Ευρωζώνη. Μόλις στις αρχές του χρόνου είχε υποσχεθεί στους Ευρωπαίους ότι θα συνεισφέρει 600 δισ. δολ. στο οπλοστάσιο για την καταπολέμηση της κρίσης, εφόσον αυτοί προηγουμένως είχαν συγκεντρώσει τουλάχιστον 1 τρισ. δολ.

«Τρύπια» η ασπίδα του 1 τρισ. ευρώ

«Ομπρέλα»

Αθροίζοντας στα 500 δισ. ευρώ του μόνιμου μηχανισμού (ESM) τα 248 δισ. ευρώ που έχουν απομείνει στον προσωρινό (EFSF), οι κυβερνήσεις της Ευρωζώνης κατάφεραν να συγκεντρώσουν (αν και μάλλον εικονικά) αυτό το 1 τρισ. δολ. Υποσχέθηκαν, επίσης, να συνεισφέρουν 200 δισ. δολ. για την «ομπρέλα» που προσπαθεί να δημιουργήσει το ΔΝΤ. Ευρωπαϊκά κράτη εκτός Ευρωζώνης συμφώνησαν να διαθέσουν 60 δισ. δολ. (26 δισ. δολ. τα Σκανδιναβικά κράτη, αντίστοιχο ποσό η Ελβετία και 9 δισ. δολ. η Πολωνία), ενώ άλλα τόσα δεσμεύτηκε να καταβάλει η Ιαπωνία.

Για να συγκεντρωθούν, όμως, τα 600 δισ. δολ., θα πρέπει να βρεθούν περίπου άλλα τόσα κεφάλαια. Λογικά το μεγαλύτερο βάρος θα έπρεπε να αναλάβουν οι ΗΠΑ, ως μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη και σημαντικότερος χρηματοδότης του ΔΝΤ. Με τις εκλογές του Νοεμβρίου, όμως, να πλησιάζουν, θεωρείται εξαιρετικά δύσκολο να εγκρίνει το Κογκρέσο τόσο μεγάλη αύξηση της αμερικανικής χρηματοδότησης. Γι' αυτό η κ. Λαγκάρντ αποφάσισε να ρίξει τον πήχυ στα 400 δισ. δολ. (περί τα 300 δισ. ευρώ) και να αναζητήσει τα υπόλοιπα κεφάλαια μεταξύ των μεγαλύτερων αναδυόμενων οικονομιών.

Κίνα, Ρωσία και Βραζιλία εμφανίζονται διατεθειμένες να βοηθήσουν αλλά με… το αζημίωτο, ζητώντας ως αντάλλαγμα να αυξηθεί η ισχύς τους (οι ψήφοι τους) στο Ταμείο. Ενα αίτημα που η επικεφαλής του ΔΝΤ χαρακτήρισε «προτεραιότητα» και δεσμεύτηκε να προωθήσει στις τετ-α-τετ συναντήσεις με τους υπουργούς Οικονομικών των αναπτυγμένων οικονομιών.

Το «οπλοστάσιο» κατά της κρίσης θα ξεπεράσει, έτσι, το 1 τρισ. ευρώ -ποσό που υπό άλλες συνθήκες θα μπορούσε να θεωρηθεί αρκούντως εντυπωσιακό ώστε να κατευνάσει τις ανησυχίες των αγορών. Στην παρούσα συγκυρία, όμως, αυτό δύσκολα θα συμβεί: Αντίστοιχο ήταν το ποσό που διέθεσε η ΕΚΤ στις τράπεζες (μέσω των τριετών δανείων) και σε λιγότερο από δύο μήνες μοιάζει να έχει γίνει... καπνός.

Υστερα από μία σύντομη περίοδο αποκλιμάκωσης του κόστους δανεισμού για τα κράτη της Ευρωπεριφέρειας, τα επιτόκια έχουν επιστρέψει σε ανοδική τροχιά. Θεωρητικά το 1 τρισ. ευρώ ήταν υπεραρκετό για να χρηματοδοτηθούν οι δανειακές ανάγκες των κυβερνήσεων της Ευρωπεριφέρειας την επόμενη τριετία. Οι τράπεζες, όμως, χρησιμοποίησαν τα κεφάλαια αυτά πρωτίστως για να καλύψουν τις δικές τους ανάγκες. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Ισπανίας, που φαντάζει ως το πιθανότερο επόμενο θύμα της κρίσης.

Σύμφωνα με την UBS, οι ισπανικές τράπεζες δανείστηκαν από την ΕΚΤ περί τα 200 δισ. ευρώ, ενώ περιόρισαν και τα δάνεια που οι ίδιες χορηγούν κατά 54 δισ. ευρώ. Με τα κεφάλαια αυτά αγόρασαν ισπανικά ομόλογα 76 δισ. ευρώ και αναχρηματοδότησαν δικά τους χρέη 41 δισ. ευρώ. Παράλληλα, όμως, κλήθηκαν να αντιμετωπίσουν φυγή καταθέσεων και repos 116 δισ. ευρώ, με αποτέλεσμα να τους απομένουν σήμερα μόλις 21 δισ. ευρώ, ενώ οι δανειακές ανάγκες του ισπανικού δημοσίου μέχρι το τέλος του 2012 είναι υπερδιπλάσιες. Χειρότερη είναι η κατάσταση στην Ιταλία, όπου η κυβέρνηση θα πρέπει να δανειστεί μέχρι το τέλος του έτους περί τα 150 δισ. ευρώ.

Ισπανία

Η κατάσταση περιπλέκεται ακόμα περισσότερο από τη διαρκώς επιδεινούμενη ύφεση, που προκαλεί εκτόξευση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και άρα δημιουργεί διαρκώς νέες «τρύπες» στους τραπεζικούς ισολογισμούς. Προ ημερών η Τράπεζα της Ισπανίας ανακοίνωσε ότι οι ισπανικές τράπεζες θα χρειαστούν κεφαλαιακή ενίσχυση 53,8 δισ. ευρώ. Καθώς είναι μάλλον απίθανο να εξασφαλίσουν αυτά τα κεφάλαια από την αγορά, η ισπανική κυβέρνηση θα κληθεί να τις διασώσει. Κάτι τέτοιο, όμως, θα εκτοξεύσει το ποσοστό του δημοσίου χρέους σε μη βιώσιμα επίπεδα, οδηγώντας την Ισπανία στην… αγκαλιά της τρόικας.

Για να αποφύγει την εξέλιξη αυτή η κυβέρνηση Ραχόι, προσπαθεί να πείσει τους Ευρωπαίους εταίρους να χρηματοδοτηθούν οι τράπεζες απευθείας από το EFSF και όχι μέσω του ισπανικού δημοσίου. Η ιδέα αυτή αρέσει αρκετά και στη διοίκηση της ΕΚΤ, που έτσι θα πάψει να επωμίζεται μόνη της το βάρος στήριξης των τραπεζών της Ευρωζώνης. Την πρόταση υιοθέτησε και η κ. Λαγκάρντ, ενώ θετικά διακείμενο εμφανίζεται το Παρίσι.

Το Βερολίνο, όμως, δηλώνει κάθετα αντίθετο, επιμένοντας ότι «αν η Ισπανία χρειαστεί δάνεια, αυτά θα χορηγηθούν με τις ισχύουσες συνθήκες». Γεγονός είναι ότι το καταστατικό του ESM αναφέρει σαφώς ότι τα δάνεια χορηγούνται μέσω των κυβερνήσεων και οποιαδήποτε αλλαγή του πρέπει να εγκριθεί από τα εθνικά Κοινοβούλια.

Τη δυσκολία αυτή θα προφασιστεί πιθανότατα η γερμανική πλευρά στη Σύνοδο του ΔΝΤ, για να αποκρούσει τις πιέσεις και να προετοιμάσει το έδαφος για τα ανταλλάγματα που τελικά θα απαιτήσει: Να επιβάλλονται αυστηροί όροι στις τράπεζες που θα προσφύγουν στο ESM, μεταξύ των οποίων το υποχρεωτικό «άνοιγμα» σε κεφάλαια ξένων τραπεζών. Αυτή είναι πιθανότατα η επόμενη καθοριστική απόφαση που προωθούν οι Γερμανοί, ώστε να ανοίξει ο δρόμος για την ενοποίηση του τραπεζικού συστήματος της Ευρωζώνης υπό τη δική τους καθοδήγηση.

 

imerisia.gr