Πλήγμα στην εικόνα του ελληνικού τουριστικού προϊόντος αποτελεί η συνεχής πτώση των τιμών των τουριστικών πακέτων που διαθέτει μερίδα του ξενοδοχειακού κόσμου της χώρας, προς τους ξένους πελάτες, μέσω των διεθνών τουριστικών πρακτόρων (Tour Operators) υποστηρίζει το μέλος του ΔΣ του Συνδέσμου Ελληνικών Τουριστικών Επιχειρήσεων Αλέξανδρος Αγγελόπουλος, μιλώντας στο ΑΜΠΕ.

Όπως δηλώνει χαρακτηριστικά, «ασκείται, δυστυχώς, πολιτική μειοδοσίας, με αποτέλεσμα να μην έχει καμία σημασία αν πουλάμε ξενοδοχείο 5 ή 3 αστέρων».

Οι πιέσεις που ασκούνται στους ξενοδόχους για όλο και μεγαλύτερη μείωση στις τιμές είναι αφόρητες και αποτελούν μειοψηφία όσοι ανθίστανται σε αυτές.

Το δυστυχές σήμερα, σύμφωνα με τον κ. Αγγελόπουλο, είναι ότι η πολιτική χαμηλών τιμών ξεπερνά κατά πολύ το κόστος παροχής της υπηρεσίας, με αποτέλεσμα να δουλεύουν πολλές επιχειρήσεις κάτω από το κόστος, υπό το βάρος των υποχρεώσεών τους.

«Η σημαντικότερη φθορά του ελληνικού τουριστικού προϊόντος, βέβαια, θα γίνει στα μάτια του επισκέπτη, ο οποίος όσο λίγα και να πλήρωσε, θα συνεχίσει να απαιτεί την καλύτερη υπηρεσία. Αυτό το ασυμβίβαστο θα παραμείνει άλυτο μέχρι να καταρρεύσουν όσοι δεν αντέξουν. Μαζί τους και η εικόνα της Ελλάδας», σημειώνει.

Σε ό,τι αφορά την εικόνα των κρατήσεων, μπορεί οι «φθηνές κρατήσεις» να βελτιώσουν την εικόνα των αφίξεων, ωστόσο το συνολικό αποτέλεσμα θα είναι ζημιογόνο και για την επιχείρηση και για την τοπική οικονομία, αφού προσελκύουμε επισκέπτες χαμηλού βαλάντιου, σύμφωνα με τον κ. Αγγελόπουλο.

Ενδεικτικό παράδειγμα της «κατηφόρας» των τιμών των ελληνικών ξενοδοχείων, στο εξωτερικό, αποτελούν οι τιμές των 20 ευρώ την ημέρα, σε τετράστερο με διατροφή, γεγονός που εγείρει εύλογα ερωτήματα για τη βιωσιμότητα των τουριστικών μονάδων αλλά και την παροχή υπηρεσιών, όπως τονίζει ξενοδόχος που κράτησε τη δική του τουριστική μονάδα κλειστή κατά την περίοδο του Πάσχα.