Συνταγματική και σύμφωνη με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) κρίθηκε, με απόφαση της Ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, η νομοθετική ρύθμιση που προβλέπει ότι για να μπορεί να κατατεθεί στα Διοικητικά Δικαστήρια έφεση επί φορολογικών και τελωνειακών υποθέσεων πρέπει πρώτα να καταβληθεί το 50% του οφειλομένου ποσού, διαφορετικά η έφεση θα απορρίπτεται.

Με τη διαδικασία της πρότυπης δίκης (του Ν. 3900/2010) οι σύμβουλοι Επικρατείας κλήθηκαν να αποφανθούν αν είναι συνταγματική ή όχι η διάταξη του άρθρου 22 του ίδιου νόμου που προβλέπει ότι «προκειμένου για χρηματικού αντικειμένου φορολογικές και τελωνειακές εν γένει διαφορές, ο φορολογούμενος οφείλει να καταβάλει μέχρι την ημερομηνία της αρχικής δικασίμου, με ποινή απαραδέκτου της έφεσης, ποσοστό 50% του οφειλομένου, σύμφωνα με την πρωτόδικη απόφαση, κύριου φόρου, δασμού ή τέλους εν γένει».

Επίσης, σύμφωνα με τη νομοθετική αυτή ρύθμιση το καταβλητέο ποσό υπολογίζεται από την αρμόδια φορολογική ή τελωνειακή αρχή, η οποία συντάσσει ατελώς, μετά από αίτηση του εκκαλούντος, ειδικό σημείωμα, με το οποίο βεβαιώνεται και η καταβολή του.

Ειδικότερα, το Δικαστήριο ασχολήθηκε με την υπόθεση μετά από προσφυγή εταιρείας γεωργικών προϊόντων, η οποία υποστηρίζει ότι η διάταξη αυτή που προβλέπει την καταβολή του 50% του οφειλόμενου ποσού, προκειμένου να μπορεί να δικαστεί μία υπόθεση σε δεύτερο βαθμό, μετά από έφεση, είναι αντισυνταγματική.

Σύμφωνα με την εταιρεία, «παραβιάζει το άρθρο 20 παρ. 1 του Συντάγματος και τις συνταγματικές αρχές της αναλογικότητας και της δικαιολογημένης εμπιστοσύνης, καθώς επίσης και το άρθρο 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου».

Οι σύμβουλοι Επικρατείας στην υπ' αριθμ. 1619/2012 απόφασή τους επισημαίνουν ότι σύμφωνα με την εισηγητική έκθεση του επίμαχου νόμου 3900/2010, η υποχρέωση καταβολής του 50% του οφειλομένου φόρου αποβλέπει στον συγκερασμό «της ανάγκης άμβλυνσης των δυσμενών για το Δημόσιο συνεπειών από τη διατήρηση επί μακρό χρονικό διάστημα δικαστικών εκκρεμοτήτων στις φορολογικές και τελωνειακές υποθέσεις», καθώς και στην «αποθάρρυνση της άσκησης ενδίκων μέσων με μόνο σκοπό την καθυστέρηση στην εκπλήρωση νόμιμων υποχρεώσεων, ιδίως εκείνων που αφορούν την καταβολή φόρων», ενώ περαιτέρω αναφέρεται ότι «δύναται να λειτουργήσει αποτρεπτικά για όσους ασκούν την έφεση με μόνο σκοπό να καθυστερήσουν την εκπλήρωση των φορολογικών τους υποχρεώσεων συντελώντας με τον τρόπο αυτό στην υπερφόρτωση των δικαστηρίων και στις συνέπειες που αυτή έχει στην απονομή της Δικαιοσύνης».

Ενόψει αυτών, υπογραμμίζουν οι δικαστές, η επίμαχη διάταξη που προβλέπει ότι ο φορολογούμενος οφείλει να καταβάλει το 50% του οφειλομένου κατά την πρωτόδικη απόφαση φόρου, δεν αντίκειται στο άρθρο 20 παράγραφος 1 του Συντάγματος και στο άρθρο 6 παράγραφος 1 της ΕΣΔΑ.

Παράλληλα, οι σύμβουλοι Επικρατείας απέρριψαν τον ισχυρισμό της εταιρείας ότι η επίμαχη ρύθμιση του άρθρου 22 του Ν. 3900/2010 παραβιάζει την συνταγματική αρχή της αναλογικότητας.

Και αυτό γιατί ο νομοθέτης δεν «απαγορεύεται να εισάγει ρυθμίσεις δυσμενέστερες από εκείνες που ίσχυαν στο παρελθόν και προς τις οποίες είχαν προσαρμοστεί οι διοικούμενοι, αρκεί οι επιχειρούμενες ρυθμίσεις να χωρούν κατά τρόπο γενικό και αντικειμενικό, να εξυπηρετούν λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος, όπως συμβαίνει εν προκειμένω και να μην παραβιάζουν δικαιώματα προστατευόμενα από το Σύνταγμα ή άλλο κανόνα υπερνομοθετικής ισχύος».

Ακόμη, η Ολομέλεια του Ανωτάτου Ακυρωτικού Δικαστηρίου έκρινε ότι η εταιρεία πρέπει να καταβάλει επίσης και αναλογικό παράβολο ίσο προς το 2% του αντικειμένου της διαφθοράς, όπως προβλέπει το άρθρο 45 του ίδιου νόμου 3900/2010.

Να σημειωθεί ότι και αυτή η τελευταία διάταξη έχει κριθεί συνταγματική και σύμφωνη με την ΕΣΔΑ.

Κατόπιν αυτών το ΣτΕ υποχρέωσε την εταιρεία να καταβάλει το 50% των οφειλομένων, δηλαδή 1.316.722 ευρώ, καθώς και παράβολο 2.000 ευρώ.