Στον απέριττο διπλό τάφο στους βράχους του Αργουλιδέ στο Ακρωτήρι Χανίων για την δημιουργία του οποίου φρόντισε προσωπικά ο Κων/νος Μητσοτάκης, αναπαύεται πλέον η αείμνηστη Μαρίκα Μητσοτάκη. 

Παρά του ότι η κηδεία - όπως είχε ανακοινωθεί - έγινε σε στενό οικογενειακό κύκλο, εκείνοι οι οποίοι την συνόδεψαν στον Αργουλιδέ ήταν δεκάδες. 

Και δεν μπορούσε να είναι διαφορετικά αφού η Μαρίκα Μητσοτάκη ανέθρεψε τέσσερα παιδιά, δεκατρία εγγόνια και πέντε δισέγγονα. 

Λίγο μετά τις 2 το μεσημέρι, στον Ι.Ν. Αγ.Μαγδαληνής στην Χαλέπα Χανίων χοροστατούντος του Αρχιεπισκόπου Κρήτης κ. Ειρηναίου και μέσα σε κλίμα συγκίνησης ετελέσθη το τρισάγιο για το "τελευταίο αντίο" στη Μαρίκα Μητσοτάκη.

Στην τελετή παρέστησαν  Μητροπολίτες από όλο το νησί, ο Περιφερειάρχης Κρήτης, εκπρόσωποι της αυτοδιοίκησης, του πολιτικού κόσμου, πλήθος φίλων και απλών πολιτών.

Για την αείμνηστη "Αρχόντισσα της Κρήτης" μίλησε ο Αρχιεπίσκοπος Κρήτης Ειρηναίος ενώ όλοι οι παρευρισκόμενοι δάκρυσαν όταν η εγγονή της Αλεξία, η κόρη της Ντόρας Μπακογιάννη, μίλησε για τη γιαγιά της.

"....Όταν ήμουνα μικρή και ήθελα να κρυφτώ πήγαινα στην γιαγιά μας. Γιατί αυτό ήταν πάντα η γιαγιά. Εκεί που πας για να κρυφτείς, να κλάψεις, να διηγηθείς να κοκορευτείς. Έχτισε αυτή την οικογένεια πέτρα – πέτρα. Χρησιμοποιώντας όλα τα μέσα. Καλοπιάσματα, συναισθηματικούς εκβιασμούς,απειλές,χατήρια. Αρχόντισσα, ντυμένη,στολισμένη πάντα.....



.....Σε αυτόν εδώ τον τόπο μεγαλώσαμε όλοι. Στα Χανιά που τα λάτρεψε και την λάτρεψαν. Ήταν η σιγουριά και η ασφάλειά μας. Όταν νομίζαμε ότι ο κόσμος γκρεμιζόταν γύρω μας ή όταν γκρεμιζόταν πραγματικά, εκείνη ήταν εδώ. Να μας περιμένει. Να μας κάνει το αγαπημένο μας φαγητό. Να τα κάνει να μένουν όλα ίδια όταν τριγύρω άλλαζαν,δημιουργώντας, όπως μόνο εκείνη ήξερε, εκείνη την σταθερότητα από την οποία κρατιόμασταν όλοι. 13 εγγόνια. Εκείνη κατάφερνε να θεωρεί ο καθένας από εμάς ότι του έχει αδυναμία. Σε εκείνον προσωπικά. Μιλώ για αγάπη υπερβολική και απόλυτη, γιατί όπως έλεγε από υπερβολική αγάπη δεν έπαθε κανένας τίποτα......



Έψαχνε ευκαιρία για να μας γιορτάσει.Όλους μας.Είχε ανακαλύψει την γιορτή του σπιτιού, που την γιόρταζε τον δεκαπενταύγουστο με «σεράνο» από το «Σελέκτ».
Μόνο και μόνο επειδή εκείνη την ημέρα πριν από 45χρόνια , επι χούντας, είχε καταφέρει να φτάσει σώος και αβλαβής απέναντι με ένα καραβάκι ο παππούς και να ξεφύγει. Και επειδή ο παππούς ήταν το σπίτι, γιορτάζαμε όλοι.




Είμασταν μικροί και μεγαλώσαμε.Άλλαξαν τα γούστα και οι συνήθειες, μα η γεύση του σπιτιού της ήταν σχεδόν ίδια για όλους μας. Γιατί το σπίτι ήταν δικό της, φυσικά,νομοτελειακά. Μόνο ένας ξεχώριζε από τον σωρό, γύρω από τον οποίο γύριζε το άπαν. Ο παππούς. Ερωτευμένη αιώνια μαζί του, δεν τον άφησε να το ξεχάσει ποτέ. Τον περίμενε τα ξημερώματα να γυρίσει από την Βουλή.με το τραπέζι στρωμένο, γιατί έτσι του άρεσε,γιατί έτσι τον έμαθε. Του αγόραζε πράσινα πουκάμισα για να φαίνονται τα ωραία πράσινα μάτια του. Και εμείς τιτιβίζαμε γύρω – γύρω, λίγο γελούσαμε, λίγο κοροιδεύαμε, με την απόλυτη σιγουριά ότι αυτή η αγάπη ξεβάφει και πάνω μας.



Τον στήριξε σε κάθε δύσκολη στροφή και ήταν πολλές. Του τα έκανε όλα πιο εντάξει για να προχωράει εκείνος μπροστά,αδιαπραγμάτευτα. Μα πιο πολύ απ’όλα δεν τον άφησε στιγμή να αμφιβάλλει πως είναι ο σπουδαιότερος, η ζωή της, η αναπνοή της.

Γιαγιά , τώρα που θα πάμε στον Αργουλιδέ, που για πρώτη φορά τα έχει κάνει όλα ο παππούς, είπε ότι θα σου φυτέψει και μια αμυγδαλιά και μια δάφνη γιατί σ’αρέσει, να σε στολίζουν, που σε ήθελε πάντα έτσι, μέσα στα χρώματα και στα λουλούδια.