Ένα απλό τεστ αίματος μπορεί να δείξει ποιες γυναίκες αντιμετωπίζουν αυξημένο κίνδυνο για επιλόχεια κατάθλιψη. Αυτό αναφέρουν ερευνητές από την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου του Γουόρικ με επικεφαλής τον Έλληνα καθηγητή Δημήτρη Γραμματόπουλο, οι οποίοι ανακάλυψαν ότι γυναίκες που παρουσιάζουν κατάθλιψη μετά τη γέννα έχουν μεγαλύτερες πιθανότητες να εμφανίζουν γενετικές παραλλαγές σε δύο υποδοχείς που εμπλέκονται στην απόκριση του οργανισμού στο στρες.

Με δεδομένο ότι μια στις επτά γυναίκες παρουσιάζει επιλόχεια κατάθλιψη οι ειδικοί πιστεύουν ότι η νέα εξέλιξη θα μπορεί να οδηγήσει σε εντοπισμό και σε έγκαιρη αντιμετώπιση της κατάστασης.

Η μελέτη

Οι ερευνητές παρακολούθησαν μια ομάδα 200 γυναικών τις οποίες υπέβαλαν στη διαδικασία του ΕPDS – η πρώτη εξέταση έγινε κατά την πρώτη επίσκεψη της εγκύου στην μαιευτική κλινική ενώ η δεύτερη δύο ως οκτώ εβδομάδες μετά τη γέννα.

Είδαν ότι οι γυναίκες που παρουσίασαν τελικώς επιλόχεια κατάθλιψη είχαν αυξημένες πιθανότητες να εμφανίζουν παραλλαγές σε δυο γονίδια υποδοχείς – συγκεκριμένα στον υποδοχέα γλυκοκορτικοειδών και στον υποδοχέα-1 έκλυσης της κορτικοτροπίνης. Οι συγκεκριμένοι υποδοχείς ελέγχουν τη δραστηριότητα του άξονα «υποθάλαμος- υπόφυση- επινεφρίδια», ο οποίος ρυθμίζει τη δραστηριότητα ορμονών που παράγονται ως απόκριση στο στρες.

Το νέο εύρημα μαρτυρεί ότι η επιλόχεια κατάθλιψη αποτελεί μια γενετικώς ξεχωριστή κατηγορία της κατάθλιψης, γεγονός που σημαίνει ότι κάποιες γυναίκες έχουν γενετική προδιάθεση εντονότερης απόκρισης στους περιβαλλοντικούς παράγοντες που «πυροδοτούν» κατάθλιψη.

Η ερευνητική ομάδα σκοπεύει τώρα να διεξαγάγει μεγαλύτερη έρευνα η οποία θα περιλαμβάνει περισσότερες γυναίκες από διαφορετικές πόλεις της Βρετανίας.

Η επιλόχεια κατάθλιψη είναι μια σοβαρή κατάσταση και διαφορετική από τη μελαγχολία που νιώθουν κάποιες γυναίκες μετά τη γέννα. Τα συμπτώματά της περιλαμβάνουν λύπη, διαταραχές στα μοτίβα του ύπνου και της διατροφής, συχνά ξεσπάσματα σε λυγμούς, μειωμένη λίμπιντο, συνεχές άγχος και ευερεθιστότητα.

tovima.gr