Έναν μέσο μηνιαίο μισθό Γερμανίας εισπράττει το 65,39% των Ελλήνων αγροτών ως ετήσια επιδότηση, ενώ ένας στους τρεις αγρότες εισπράττει βοήθημα τύπου ... επιδόματος ανεργίας στην Ελλάδα του 2012, δηλαδή ένα ποσό κάτω από 500 ευρώ το χρόνο.

Μικρά ως επί το πλείστον ποσά που δεν φτάνουν να καλύψουν, όχι βέβαια τις καλλιεργητικές δαπάνες για την εκμετάλλευσή τους και το «αλμυρό» κόστος παραγωγής, πόσο μάλλον καθημερινές βιοποριστικές ανάγκες, εισπράττουν οι έλληνες αγρότες και κτηνοτρόφοι με τη μορφή ... τσεκ από την Ευρωπαϊκή Ένωση, κάθε χρόνο.

Οι επιδοτήσεις που κάθε λίγο και λιγάκι μπαίνουν στο «στόχαστρο» του κάθε αδαούς περί τα αγροτικά και φέρονται να μετέτρεψαν αγρότες - κτηνοτρόφους σε αντιπαραγωγικά στοιχεία, αποδεικνύεται στην πράξη και με βάση επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ότι για την πλειοψηφία των δικαιούχων, δεν είναι παρά μόνον ένα μικρό βοήθημα.

Ειδικότερα και σύμφωνα με τα τελευταία επίσημα στοιχεία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ποσοστό 65,39% των Ελλήνων αγροτών και κτηνοτρόφων, δηλαδή 549.050 παραγωγοί εισέπραξαν το οικονομικό έτος 2010 άμεσες κοινοτικές ενισχύσεις (Καν. 1782/2003 και 73/2009) μικρότερες των 2.000 ευρώ.

Ακόμα πιο αποκαλυπτικά είναι τα στοιχεία, αφού μαρτυρούν πως ένας στους τρεις αγρότες εισέπραξε λιγότερα από 500 ευρώ (278.190 στο σύνολο), ανατρέποντας έτσι τους ισχυρισμούς όσων δεν γνωρίζουν και με ευκολία κατηγορούν τους παραγωγούς, γιατί εισέπραξαν το ... τσεκ από την Ευρωπαϊκή Ένωση. Και να σκεφτεί κανείς ότι με αυτό τον τρόπο δεν προκύπτει επιβάρυνση, σε καμιά περίπτωση, για τον κρατικό προϋπολογισμό, αφού τα συγκεκριμένα χρήματα έρχονται εξ ολοκλήρου ... απέξω για να «πέσουν» στην ελληνική αγορά.

Πιο «ευνοημένοι», πάντως, εμφανίζονται 147,780 παραγωγοί από όλη την Ελλάδα, ήτοι το 17,6% που φαίνεται να εισπράττουν ποσά από 2,000 έως 5,000 ευρώ σε ετήσια βάση, ενώ μόλις 88,600 είναι εκείνοι που λαμβάνουν ποσά από 5,000 μέχρι 10,000 ευρώ.

Στον αντίποδα, πενήντα μόλις είναι οι αγρότες και κτηνοτρόφοι σε όλη την επικράτεια που εισπράττουν τη «μερίδα του λέοντος» των αγροτικών επιδοτήσεων που εισρέουν στη χώρα μας, με χρήματα που κυμαίνονται από 100 έως 200,000 ευρώ.

Γενικά το συμπέρασμα είναι ότι οι επιδοτήσεις δεν συνέβαλαν καταλυτικά στη διαμόρφωση του δείκτη που καθορίζει το αγροτικό εισόδημα. Εξάλλου και η ΠΑΣΕΓΕΣ, σε σχετική της έκθεση για τον αγροτικό τομέα, που παρουσίασε το 2011, επεσήμανε πως «σε σχέση με τις δύο βασικές πηγές διαμόρφωσής του αγροτικού εισοδήματος, τις κοινοτικές επιδοτήσεις (άμεσες ενισχύσεις) και τα ακαθάριστα έσοδα από τη διάθεση της πρωτογενούς αγροτικής παραγωγής στην αγορά, κατά το μεγαλύτερο μέρος τους (62%) προέρχονται κατά το 2009 από την πώληση της παραγωγής.

Μάλιστα όπως προκύπτει η αναλογία της εμπορικής αξίας στο ακαθάριστο αγροτικό εισόδημα σε σχέση με εκείνη των άμεσων ενισχύσεων, είναι μεγαλύτερη στις Περιφέρειες της Ηπείρου (72%) και της Πελοποννήσου (70%) και μικρότερη στα Ιόνια Νησιά (44%).

Αξίζει να σημειωθεί ότι επιδοτήσεις εισπράττουν από το 2006 και έπειτα πάνω από 830 χιλιάδες παραγωγοί, βάσει πάντοτε του καθεστώτος ισχύοντος της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής, η οποία εφαρμόζεται στην Ευρωπαϊκή Ένωση.

Οι παραγωγοί βρίσκονται αυτή την περίοδο σε αναμονή για το τί θα ισχύσει μετά το 2013, και μέχρι το 2020 και προσπαθούν να βρουν διεξόδους μέσω της πώλησης των αγροτικών τους προϊόντων, για να ενισχύσουν το εισόδημα τους.

Ένα εισόδημα που δεν φαίνεται να έχει μείνει ανέπαφο από την κρίση, παρά το γεγονός ότι το ενδιαφέρον για επιστροφή στο ... χωράφι είναι δεδομένο.

Το αγροτικό εισόδημα

Σε σχέση με την εξέλιξη του αγροτικού εισοδήματος, στο διάστημα των τελευταίων ετών οι πραγματικές πρόσοδοι για τους αγρότες μειώθηκαν σημαντικά.

Σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat , ιδιαίτερα έντονη ήταν η μείωση του αγροτικού εισοδήματος κατά το έτος 2008, καταγράφοντας πτώση της τάξεως των 14 ποσοστιαίων μονάδων. Μετά από μία μικρή ανάκαμψη κατά το έτος 2009 (+ 2,1%) το αγροτικό εισόδημα στην Ελλάδα μειώθηκε εκ νέου σημαντικά τόσο κατά το 2010 (- 8,3%) όσο κατά το 2011 (- 5,3%).

Σωρευτικά, στο διάστημα της εξαετίας 2006-2011 το αγροτικό εισόδημα στην Ελλάδα, όπως εκτιμάται από τη Eurostat , μειώθηκε κατά 22,6 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ στο ίδιο διάστημα, συγκριτικά, το αγροτικό εισόδημα στην ΕΕ - 27 αυξήθηκε κατά 19% και στις χώρες της ευρωζώνης κατά 5% περίπου.

Κρίσιμη παράμετρος της πτώσης του αγροτικού εισοδήματος παραμένει η σημαντική αύξηση του κόστους παραγωγής, που αυξήθηκε κατά 11% το 2008 και κατά 4% περίπου το 2010.

Από την άλλη πλευρά, σημαντική κάμψη καταγράφεται κατά το 2011 στις τιμές παραγωγού ορισμένων σημαντικών προϊόντων της φυτικής παραγωγής, ιδιαίτερα έντονη στο βαμβάκι.

Οι εξελίξεις αυτές κατά το 2011 επέδρασαν αρνητικά στο αγροτικό εισόδημα, εξαιτίας της σημαντικής αύξησης του κόστους παραγωγής (+8,7%) σε σχέση με το 2010, ενώ οι τιμές παραγωγού δείχνουν πτώση (-1,1%), με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται ένας ιδιαίτερα υψηλός αρνητικός εισοδήματος δείκτης (-9,8%).

Κρίσιμη παράμετρος της πτώσης του αγροτικού εισοδήματος παραμένει η σημαντική αύξηση του κόστους παραγωγής, όπως εκφράζεται από το μέσο γενικό δείκτη εισροών, ο οποίος αυξήθηκε κατά 11% το 2008 και κατά 4% περίπου το 2010.

Το 2011 η άνοδος του μέσου γενικού δείκτη εισροών (τα έξοδα που κάνει ο αγρότης), σύμφωνα με τα στοιχεία της στατιστικής υπηρεσίας, καταγράφει νέα σημαντική αύξηση, της τάξεως των 7,5 ποσοστιαίων μονάδων, προερχόμενη κυρίως από τη σημαντική αύξηση στους δείκτες της ενέργειας (17,1%), των ζωοτροφών (11,9%) και των λιπασμάτων (10,7%).

Η εξαιρετικά μεγάλη αύξηση της δαπάνης για ενέργεια, που αντιπροσωπεύει το 25% και πλέον του συνολικού κόστους των εισροών στον αγροτικό τομέα, συνδέεται και με τη σημαντική αύξηση του αγροτικού τιμολογίου της ΔΕΗ κατά 6% το 2011, ενώ και νέα αύξηση, κατά 9% , επιβλήθηκε το 2012.

Από την άλλη πλευρά, σημαντική κάμψη καταγράφεται στο πρώτο 10μηνο του 2011 στις τιμές παραγωγού ορισμένων σημαντικών προϊόντων της φυτικής παραγωγής, ιδιαίτερα έντονη στα κηπευτικά - με μεγάλη μείωση του δείκτη εκροών τον Οκτώβριο του 2011 στη νωπή τομάτα (-33,9%) και σε ορισμένα άλλα είδη, με συνέπεια την πτώση του γενικού δείκτη εκροών κατά 3,8 ποσοστιαίες μονάδες.

Οι εξελίξεις αυτές κατά το πρώτο 10μηνο του 2011 επέδρασαν αρνητικά στο αγροτικό εισόδημα, εξαιτίας της σημαντικής αύξησης του κόστους παραγωγής (+7,6%) σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2010, ενώ οι τιμές παραγωγού δείχνουν αισθητή πτώση (-3,8 %), με αποτέλεσμα να διαμορφώνεται ένας ιδιαίτερα υψηλός αρνητικός εισοδήματος δείκτης (-11,4%).

«Οι εξελίξεις αυτές είχαν ως συνέπεια τη μεγέθυνση της απόκλισης του αγροτικού εισοδήματος από τους μισθούς και τα ημερομίσθια των άλλων τομέων της οικονομίας, όπως οι κατασκευές, η βιομηχανία και οι υπηρεσίες», έχει επισημάνει η ΠΑΣΕΓΕΣ.

Συμπερασματικά, για τους παραπάνω λόγους, η οικονομική κατάσταση των αγροτών και των επιχειρήσεών τους βρίσκεται σε οριακό σημείο και ήδη αδυνατούν να ανταποκριθούν σε ληξιπρόθεσμες υποχρεώσεις τους (προς Τράπεζες και Δημόσιο), προσπαθώντας να ανταπεξέλθουν στις δαπάνες καθημερινής διαβίωσής τους.

(paseges.gr)