Χημικές ουσίες που υπάρχουν σε οικιακά προϊόντα, καλλυντικά και φάρμακα μπορεί να προκαλούν καρκίνους, προβλήματα γονιμότητας και άλλα νοσήματα, όπως ο διαβήτης και η παχυσαρκία, σύμφωνα με μία νέα έκθεση.

Η αρμόδια Αρχή της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η Ευρωπαϊκή Περιβαλλοντική Υπηρεσία (ΕΕΑ), προειδοποιεί ότι τα προϊόντα που περιέχουν χημικές ουσίες οι οποίες διαταράσσουν το ενδοκρινικό (ορμονικό) σύστημα, πρέπει να τυγχάνουν προσεκτικού χειρισμού έως ότου αποσαφηνιστούν οι ακριβείς επιδράσεις τους.

Ωστόσο, η προειδοποίησή της δεν φτάνει στο σημείο να συνιστά την απαγόρευση ενός ή περισσότερων προϊόντων, αν και ορισμένες ουσίες έχουν ήδη απαγορευτεί. Οι περισσότερες ωστόσο, εξακολουθούν να χρησιμοποιούνται ευρέως.

Όπως δήλωσε η εκτελεστική διευθύντρια της ΕΕΑ Τζάκλιν ΜακΓκλέιντ, τα επιστημονικά στοιχεία που συγκεντρώθηκαν τις τελευταίες δεκαετίες «συνηγορούν ότι η ενδοκρινική διαταραχή συνιστά αληθινό πρόβλημα, με σοβαρές συνέπειες στην πανίδα και πιθανώς στους ανθρώπους. Θα ήταν συνετό να υιοθετηθεί μία προσεκτική προσέγγιση έναντι πολλών από αυτές τις χημικές ουσίες, έως ότου γίνουν πλήρως κατανοητές οι επιδράσεις τους».

Η κυρία ΜακΓκλέιντ ξεχώρισε πέντε κατηγορίες χημικών, που πρέπει να χρησιμοποιούνται με φειδώ: οι φθαλικές ενώσεις οι οποίες συχνά υπάρχουν στα φυτοφάρμακα, η δισφαινόλη Α και άλλα PCBs που χρησιμοποιούνται στα πλαστικά και μερικές φορές στα μπιμπερό, οι παραβένες που χρησιμοποιούνται ολοένα περισσότερο στα αντηλιακά και χημικά που χρησιμοποιούνται στα αντισυλληπτικά χάπια.

Ωστόσο, επισήμανε ότι το αληθινό πρόβλημα δεν έγκειται σε μία μεμονωμένη χημική ουσία ή προϊόν, αλλά στο γεγονός ότι διαρκώς εκτιθέμεθα σε «κοκτέιλ» χημικών ουσιών, καθώς και στις αλληλεπιδράσεις μεταξύ τους στο εσωτερικό του σώματος.

«Είναι μία συνδυασμένη δράση», τόνισε. «Και αυτή η δράση είναι μία από τις πιο δύσκολες στην επιστημονική διερεύνησή της».

Οι χημικές ουσίες που διαταράσσουν το ενδοκρινικό σύστημα (σ.σ. συμβολίζονται EDCs), επεμβαίνουν στην ορμονική παραγωγή, γι’ αυτό και μερικές από τις πιο συνηθισμένες ανευρίσκονται στα αντισυλληπτικά χάπια.

Επί δεκαετίες οι επιστήμονες υποψιάζονταν ότι υπάρχει συσχέτιση ανάμεσα στιςEDCs και πολλές ασθένειες του ανθρώπους, γι’ αυτό και έχουν πραγματοποιηθεί δεκάδες μελέτες.


Καρκίνος, πρόωρη ήβη, υπογονιμότητα

Η ανάλυση της ΕΕΑ αποτελεί συνδυασμένη αξιολόγηση όλων των επιστημονικών στοιχείων που συλλέχθηκαν την τελευταία 15ετία – και καταλήγει στο συμπέρασμα πως υπάρχουν σοβαροί λόγοι ανησυχίας.

Η σχετική έκθεση της ΕΕΑ, που τιτλοφορείται «The impacts of endocrine disrupters on wildlife, people and their environments» («Οι επιπτώσεις των ενδοκρινών διαταραχέων στην πανίδα, τους ανθρώπους και τα περιβάλλοντά τους»), αναφέρει πως τα EDCs σχετίζονται με αυξημένα κρούσματα καρκίνου του μαστού και πρωιμότερη έναρξη της εφηβείας, καθώς και με προβλήματα ανδρικής υπογονιμότητας, συμπεριλαμβανομένης της φτωχής ποιότητας του σπέρματος.

Αρκετές μελέτες, εξάλλου, έχουν συσχετίσει την έκθεση σε ορισμένα EDCsμε νευροαναπτυξιακές διαταραχές, όπως ο αυτισμός, το σύνδρομο ελλειμματικής προσοχής και η μειωμένη νοητική λειτουργία στα παιδιά. Ωστόσο – σύμφωνα με τη νέα ανάλυση – απαιτούνται περαιτέρω έρευνες για να βεβαιωθεί εάν αυτές οι συσχετίσεις ισχύουν ή όχι.

Όσον αφορά την συσχέτιση των EDCs με συγκεκριμένα νοσήματα, αυτή είναι ακόμα πιο δύσκολο να επιβεβαιωθεί. Αν και μελέτες σε ζώα έχουν δείξει σαφείς συσχετίσεις ανάμεσα στα χημικά αυτά και σε πλήθος νοσημάτων, τα ευρήματα αυτά δεν μεταφράζονται αυτομάτως σε ανάλογους κινδύνους για τους ανθρώπους.


Οι πιθανές λύσεις

Όπως εξήγησε η κυρία ΜακΓλέιντ ενδεικτικοί τρόποι περιορισμού των χημικών αυτών θα ήταν ο καλύτερος χειρισμός των λυμάτων (λ.χ. με προσθήκη φίλτρων άμμου) και η χρήση όζοντος για τον καθαρισμό του νερού.

Επιπλέον, οι παραγωγείς προϊόντων θα έπρεπε να περιορίσουν τη χρήση τους στο ελάχιστο δυνατό.

Η ΕΕΑ επισημαίνει στην ανάλυσή της ότι ένας παράγοντας που περιπλέκει την κατάσταση είναι το γεγονός πως εάν τα EDCsασκούν την βλαβερή δράση τους κατά τα πρώτα (ίσως και ενδομήτρια) στάδια της ανάπτυξης του εγκεφάλου και του αναπαραγωγικού, του ανοσοποιητικού και του μεταβολικού συστημάτων, οι συνέπειες θα γίνουν εμφανείς έπειτα από αρκετά χρόνια ή και δεκαετίες ακόμα από την έκθεση σε αυτά.