Αύξηση παρατηρείται τις τελευταίες δεκαετίες στις παθήσεις του θυρεοειδούς αδένα, σε παγκόσμιο επίπεδο, γεγονός που αποδίδεται στο περιβάλλον, την διατροφή αλλά και τις ιονίζουσες ακτινοβολίες. Ωστόσο, η αύξηση αυτή σχετίζεται και με τη συχνότερη διάγνωση, η οποία επιτυγχάνεται μέσω της αυξημένης εγρήγορσης ιατρών και πολιτών, συνδυαστικά με την διαθεσιμότητα όλο και περισσοτέρων διαγνωστικών μέσων.

Στην Ελλάδα οι θυρεοειδοπάθειες αποτελούν συχνή αιτία νοσηρότητας και πλέον ανιχνεύονται και στον παιδικό πληθυσμό, ειδικά σε περιπτώσεις θετικού οικογενειακού ιστορικού.

Ο θυρεοειδής αδένας είναι ένας σημαντικός ενδοκρινής αδένας του ανθρωπίνου σώματος, ο οποίος ρυθμίζει τις καύσεις και τον μεταβολισμό του οργανισμού. Παράγει δύο σημαντικές ορμόνες, την θυροξίνη (T4) και την τριιωδοθυρονίνη (T3). Οι ορμόνες αυτές ρυθμίζουν διάφορες απαραίτητες κυτταρικές λειτουργίες που αφορούν στην κατανάλωση ενέργειας στους ιστούς.

Αναφερόμενη στην επίδραση των θυρεοειδικών ορμονών η Ενδοκρινολόγος, Διευθύντρια Ε.Σ.Υ. του Γ.Ν.Α. «Ο Ευαγγελισμός» Βαρβάρα Βλασσοπούλου εξηγεί ότι αυτή αφορά το ήπαρ, την καρδιά, το μυϊκό σύστημα, τον λιπώδη ιστό και τον σκελετό, όπως επίσης και την αναπαραγωγική λειτουργία. Ο θυρεοειδής αδένας είναι πολύ σημαντικός για τη λειτουργία του εγκεφάλου, ιδίως για τη σωστή ανάπτυξη και λειτουργία του στην ενδομήτρια ζωή και στη νεογνική περίοδο.

Οι διαταραχές του θυρεοειδούς αδένα δεν αφορούν μόνο στην υπερβολική ή ανεπαρκή έκκριση των θυρεοειδικών ορμονών (υπέρ- και υποθυρεοειδισμός) αλλά και σε άλλες δυνητικά επικίνδυνες καταστάσεις, όπως οι όζοι και η οζώδης βρογχοκήλη (όταν λείπει το ιώδιο από τις τροφές. Παλαιότερα, στην Ελλάδα η έλλειψη ιωδίου ήταν συχνή κυρίως στις ορεινές περιοχές. Πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι δεν υπάρχει έλλειψη ιωδίου, εκτός από ελάχιστες απομακρυσμένες περιοχές). Οι παθήσεις αυτές αν δεν διαγνωστούν και δεν αντιμετωπιστούν εγκαίρως μπορεί να προκαλέσουν σοβαρά προβλήματα με βαριές επιπλοκές, όπως καρδιαγγειακά συμβάματα, απορύθμιση του σακχαρώδη διαβήτη, βλάβες στο αναπτυσσόμενο έμβρυο κατά την κύηση, υπογονιμότητα στον άνδρα και στη γυναίκα και φυσικά καρκίνο.

Σε ό,τι αφορά τον υποθυρεοειδισμό, η επίπτωσή του στο γενικό πληθυσμό είναι περίπου 5-7% και της ήπιας μορφής φθάνει μέχρι 15% στις ηλικιωμένες γυναίκες. Όταν ο θυρεοειδής δεν παράγει τη σωστή ποσότητα των θυρεοειδικών ορμονών εκδηλώνονται διάφορα συμπτώματα, όπως γενικευμένη κόπωση, τάση για παχυσαρκία, βραδύτητα στις κινήσεις και τις αντιδράσεις, υπνηλία, ξηρότητα του δέρματος, δυσκοιλιότητα και, σε βαρύτερες περιπτώσεις, οίδημα στο πρόσωπο και τα άκρα, τριχόπτωση και βαρηκοΐα. Από την καρδιά παρουσιάζεται βραδυκαρδία.





Για τη θεραπεία του υποθυρεοειδισμού χορηγούνται δισκία θυροξίνης, σε ποσότητα τόση όση λείπει από τον οργανισμό ώστε να επιτυγχάνεται πρακτικά πλήρη θεραπεία της νόσου, εφόσον η αγωγή είναι τακτική.

Αντίθετα, στον υπερθυρεοειδισμό ο θυρεοειδής παράγει περισσότερες ορμόνες από όσες πρέπει. Αποτέλεσμα είναι η εμφάνιση ταχυκαρδίας, απώλειας βάρους, δυσανεξίας στη ζέστη και εφιδρώσεις. Επίσης, χαρακτηριστικά του υπερθυρεοειδισμού είναι η ανησυχία, ο εκνευρισμός, το τρέμουλο των χεριών και η έντονη μυϊκή αδυναμία. Στις γυναίκες μπορεί να έχουμε διαταραχές της περιόδου. Η απώλεια βάρους που τον συνοδεύει μπορεί να βάλει την υποψία για κακοήθη νόσο, στην περίπτωση, όμως, εκείνη υπάρχει ανορεξία, ενώ στον υπερθυρεοειδισμό πολυφαγία. Η υπερλειτουργία του θυρεοειδούς μπορεί να δημιουργήσει πιο εύκολα καρδιακή αρρυθμία, ειδικά στα ηλικιωμένα άτομα και μπορεί να σχετίζεται με οφθαλμοπάθεια (εξόφθαλμος).

Η επίπτωση της υπερλειτουργίας του θυρεοειδούς στο γενικό πληθυσμό είναι 0,2% στους άνδρες και 2% στις γυναίκες. Δεν υπάρχει τρόπος πρόληψης του υπερθυρεοειδισμού. Απλώς, είναι καλό να διαγνωσθεί γρήγορα για να δοθεί η κατάλληλη αγωγή, διότι αν παραμεληθεί μπορεί να έχει σημαντικές επιπτώσεις στην υγεία, κυρίως από επιπλοκές από την καρδιά (αρρυθμίες, καρδιακή ανεπάρκεια κ.λπ.).

Η θεραπεία του υπερθυρεοειδισμού γίνεται με φάρμακα. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η νόσος έχει μια χρόνια μορφή και την τάση να υποτροπιάζει. Σε αυτές τις επίμονες περιπτώσεις μπορεί να χρειαστεί χειρουργείο ή «καταστροφή» του θυρεοειδούς με ραδιενεργό ιώδιο, προκειμένου να έχουμε οριστική ίαση της νόσου. Υπάρχουν, όμως, και μερικές πιο ήπιες, παροδικές μορφές που περνούν πολύ γρήγορα και δεν χρειάζονται μακρά παρακολούθηση. Οι τελευταίες οφείλονται σε κάποιου τύπου παροδική φλεγμονή του θυρεοειδούς.

Οι περισσότερες παθήσεις του θυρεοειδούς είναι πιο συχνές στις γυναίκες. Υπάρχει μια έξαρση στην περίοδο λίγων μηνών μετά τον τοκετό. Επίσης, ήπιες μορφές είναι συχνές στις γυναίκες μετά την εμμηνόπαυση και η επίπτωση γίνεται αρκετά συχνή στις μεγάλες ηλικίες.

Αν λοιπόν παρατηρείται στον εαυτό σας «απώλεια βάρους με αυξημένη όρεξη, εκνευρισμό, ευσυγκινησία, αίσθημα ταχυκαρδίας, αδυναμία, εύκολη κόπωση ή αύξηση βάρους με φυσιολογική ή μειωμένη όρεξη, υπνηλία, αίσθημα κρύου, βραδύτητα σκέψης, αύξηση χοληστερόλης», τότε απαιτείται άμεσος έλεγχος από ειδικό ενδοκρινολόγο, συμβουλεύει η Ελληνική Ενδοκρινολογική Εταιρεία, με αφορμή την Παγκόσμια Ημέρα Νοσημάτων Θυρεοειδούς Αδένα (25 Μαΐου).

Όπως εξηγεί ο πρόεδρος της ΕΕΕ, αναπληρωτής καθηγητής Ενδοκρινολογίας (Μονάδα Ενδοκρινολογίας, Σακχαρώδη Διαβήτη & Μεταβολισμού, Ιατρική Σχολή Πανεπιστημίου Αθηνών, Γ.Ν.Α. «Αρεταίειο») Γεώργιος Μαστοράκος, σε περίπτωση προβλημάτων υπογονιμότητας το ζευγάρι σε συνεργασία με τον θεράποντα ιατρό θα πρέπει να διερευνά και την πιθανή παρουσία υπό- και υπερθυρεοειδισμού. Μάλιστα, οι δύο παθήσεις εμφανίζονται και κατά τη διάρκεια της κύησης.

Με δεδομένο το γεγονός ότι και τα δύο νοσήματα συσχετίζονται με σοβαρές επιπλοκές, που μπορεί να φτάσουν μέχρι και απώλεια του εμβρύου, και, επιπλέον, ο υποθυρεοειδισμός, ακόμα και σε ήπιες μορφές, συνδέεται με προβληματική ανάπτυξη του κεντρικού νευρικού συστήματος του εμβρύου, η πιθανότητα παρουσίας τους πρέπει να διερευνάται με την παραμικρή, έστω, υποψία. Σημειώνεται ότι και τα δύο νοσήματα, ιδίως ο υποθυρεοειδισμός, μπορούν να εμφανιστούν και στη λοχεία, δημιουργώντας σημαντικά προβλήματα στη μητέρα.

Σπάνιος ο καρκίνος του θυρεοειδούς αδένα
Ο καρκίνος του θυρεοειδούς αποτελεί σχετικά σπάνια νόσο, αφού απαντάται σε ποσοστό 0,6-1,6% των καρκίνων στις Η.Π.Α., και αφορά τόσο στους άνδρες όσο και στις γυναίκες. Από τα στοιχεία της Ελληνικής Στατιστικής Υπηρεσίας (ΕΛ.ΣΤΑΤ.), το 1995 οι θάνατοι από καρκίνο θυρεοειδούς αναφέρονται σε ποσοστό 0,35-0,38% του συνόλου των θανάτων από καρκίνο στη χώρα μας.

Σύμφωνα με την συντονίστρια Διευθύντρια του Τμήματος Ενδοκρινολογίας, Μεταβολισμού και Σακχαρώδη Διαβήτη του Γ.Ν. Μελισσίων «Αμαλία Φλέμιγκ» Ιωάννα-Πηνελόπη Τζαβάρα-Αγγελοπούλου, οι θυρεοειδικοί όγκοι αποτελούν τους περισσότερο συχνούς από το σύνολο των ενδοκρινικών νεοπλασμάτων. Η ταξινόμηση του θυρεοειδικού καρκίνου κατά τον Rosai (1996) με βάση την ιστογένεση και τη διαφοροποίηση είναι όγκοι με θυλακιοκυτταρική διαφοροποίηση, όγκοι με διαφοροποίηση του C-κυττάρου και μικτοί όγκοι με διαφοροποίηση και των θυλακιοκυτταρικών και των C-κυττάρων. Τα κακοήθη νεοπλάσματα του θυρεοειδούς διακρίνονται περαιτέρω σε: α) καλά διαφοροποιημένα (θηλώδη, θυλακιώδη, μυελοειδή), β) σε χαμηλής διαφοροποίησης, γ) αδιαφοροποίητα και άλλα σπάνια (πρωτοπαθές λέμφωμα) κ.ά.

Το θηλώδες και θυλακιώδες καρκίνωμα είναι οι πιο γνωστές και συνήθεις κακοήθειες του θυρεοειδούς, αφού αποτελούν ποσοστό άνω του 90% του συνόλου των θυρεοειδικών καρκινωμάτων. Το ποσοστό θανάτων από αυτούς τους καρκίνους είναι πολύ χαμηλό (0,4%), αλλά αυτή η καλή τους πρόγνωση και εξέλιξη εξαρτάται από την έγκαιρη διάγνωση και, βεβαίως, από τη σωστή αντιμετώπισή τους (χειρουργική επέμβαση και χορήγηση).

Το θηλώδες καρκίνωμα είναι το συχνότερο κακόηθες νεόπλασμα του θυρεοειδούς. Οι κλινικές εκδηλώσεις του είναι αθόρυβες. Συνήθως πρόκειται για μονήρη “ψυχρό” όζο, άλλοτε άλλου μεγέθους (≈ 50% του συνόλου). Είναι πιο συχνό στις γυναίκες από τους άνδρες και εμφανίζεται σε οποιαδήποτε ηλικία (μέση ηλικία εμφάνισης περίπου τα 40 έτη). Στα παιδιά είναι η συνηθέστερη κακοήθεια του θυρεοειδούς (>90% του συνόλου). Έχει διαπιστωθεί αυξημένη συχνότητα θηλώδους επί νόσου Hashimoto. Η κλινική πορεία είναι μακροχρόνια, με εμφάνιση υποτροπής ακόμα και 30 χρόνια μετά την πρώτη εμφάνιση της νόσου.

Η πλέον επιθετική μορφή καρκίνου, με συχνότητα εμφάνισης περίπου 3% του συνόλου σε ασθενείς μεγάλης ηλικίας (>60 χρ.), είναι το αδιαφοροποίητο καρκίνωμα του θυρεοειδούς. Συνήθως εμφανίζεται ως ταχέως αναπτυσσόμενη μάζα με επέκταση στον τράχηλο, δύσπνοια και τοπική ευαισθησία. Τα αδιαφοροποίητα είναι, συνήθως, αποτέλεσμα μετατροπής των καλώς διαφοροποιημένων, κυρίως θηλωδών καρκινωμάτων. Δεν υπάρχει αποτελεσματική θεραπεία και η εξέλιξη είναι ταχύτατη, με διήθηση του τραχήλου και μεταστάσεις στους πνεύμονες. Η μέση επιβίωση δεν υπερβαίνει τους 6 μήνες.

Τέλος, το μυελοειδές καρκίνωμα, αποτελεί το 5-10% των θυρεοειδικών καρκινωμάτων και προέρχεται από τα παραθυλακιώδη ή κύτταρα C, τα οποία εκκρίνουν σε φυσιολογικές συνθήκες καλσιτονίνη. Παρουσιάζεται, συνήθως, σε ηλικία 50-60 ετών ως μονήρης, ανώδυνος σκληρός όζος. Υπάρχει μία μικρή υπεροχή στις γυναίκες (1,5/1). Κατά την πρώτη εμφάνιση τουλάχιστον στο 50% των ασθενών παρατηρείται συνοδός τραχηλική λεμφαδενοπάθεια. Μακρυνές μεταστάσεις στους πνεύμονες, ήπαρ και οστά κατά την αρχική εκδήλωση της νόσου μπορεί να εμφανιστούν σε ποσοστό μέχρι και 10%.

Η μόνη αποτελεσματική θεραπεία είναι η χειρουργική, η οποία αφορά σε ολική θυρεοειδεκτομή και ριζικό λεμφαδενικό τραχηλικό καθαρισμό. Η παρακολούθηση της εξέλιξης της νόσου γίνεται με μέτρηση της καλσιτονίνης και του CEA. Χαμηλές τιμές καλσιτονίνης επί μεταστατικής νόσου υποδηλώνουν κακή πρόγνωση λόγω αποδιαφοροποίησης. Η 10ετής επιβίωση είναι 67-80%.

health.in.gr