Κρίσιμες διαβουλεύσεις, που θα καθορίσουν το μέλλον της Ε.Ε., έχουν τα τελευταία 24ωρα κορυφαίοι αξιωματούχοι των κοινοτικών οργάνων, των κεντρικών τραπεζών και των κυβερνήσεων της Ευρωζώνης. Τις επόμενες δύο εβδομάδες αναμένεται οι διαπραγματεύσεις στο παρασκήνιο να κορυφωθούν, ώστε στα μέσα Ιουνίου να έχουν προκύψει συγκεκριμένες προτάσεις, επί των οποίων θα συζητήσουν και τελικά θα αποφασίσουν οι Ευρωπαίοι ηγέτες στην τακτική Σύνοδο Κορυφής (28-29/6).

Μέχρι τότε θα γνωρίζουν, επίσης, τα αποτελέσματα των βουλευτικών εκλογών σε Γαλλία και Ελλάδα. Μάλιστα, αμέσως μετά τις εκλογές, οι ηγέτες των τεσσάρων μεγαλύτερων οικονομιών της Ευρωζώνης (Γερμανία, Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία) σχεδιάζουν να συναντηθούν για να συντονίσουν τη στάση τους, αφού προηγουμένως οι τρεις από αυτούς (πλην του Ισπανού πρωθυπουργού) ταξιδέψουν στο Μεξικό (ακριβώς την επόμενη ημέρα των εκλογών) για τη Σύνοδο Κορυφής του G-20.

Κατάθεση προτάσεων

Ενόψει των κρίσιμων αυτών διαπραγματεύσεων, κορυφαία στελέχη της Ευρωπαϊκής Επιτροπής και της ΕΚΤ άνοιξαν ήδη τη συζήτηση, καταθέτοντας προτάσεις και ζητώντας από τους ηγέτες «να αποσαφηνίσουν το όραμα για την Ευρωζώνη των επόμενων ετών», όπως το έθεσε την Πέμπτη ο πρόεδρος της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι. Στο Βερολίνο προτιμούν να κρατούν τα χαρτιά τους κλειστά, με την καγκελάριο Μέρκελ να δηλώνει ότι «δεν πρέπει να υπάρχουν ταμπού» και να μην απορρίπτει καμία ιδέα, αναβάλλοντας, όμως, την εφαρμογή τους για το μακρινό μέλλον και αφού προηγουμένως επιτευχθεί η «δημοσιονομική ολοκλήρωση», δηλαδή η κοινή χάραξη δημοσιονομικών πολιτικών.

Η Γερμανία θέτει παντού «κόκκινες γραμμές», αλλά ταυτόχρονα δείχνει διατεθειμένη να παραβιάσει κάποιες από αυτές. Μπορεί να συνεχίζει να αναπτύσσεται, σε πείσμα της ύφεσης που πλήττει την υπόλοιπη Ευρωζώνη, αλλά είναι σαφές ότι αυτό δεν θα συνεχιστεί για πολύ. Αν και τα τελευταία χρόνια κατάφερε να στρέψει σημαντικό μέρος των εξαγωγών της προς τον υπόλοιπο κόσμο, συνεχίζει να διαθέτει το 60% των εξαγωγών της στις αγορές των υπολοίπων κρατών-μελών της Ε.Ε. Εφόσον, δε, η κατάσταση ξεφύγει από τον έλεγχο, προκαλώντας άτακτη διάλυση της Ευρωζώνης, η Γερμανία κινδυνεύει με χρεοκοπία.

Σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία της ΕΚΤ, οι ανισορροπίες στο ισοζύγιο του Ευρωσυστήματος έχουν ήδη λάβει δραματικές διαστάσεις. Στα τέλη του 2011, οι υπόλοιπες κεντρικές τράπεζες χρωστούσαν στη γερμανική πάνω από 450 δισ. ευρώ -περίπου 50% περισσότερο από όσο μόλις ένα χρόνο νωρίτερα και πάνω από 500% του χρέους που είχαν προ τετραετίας.

Σημαντικά πιστωτικά υπόλοιπα καταγράφουν και η Ολλανδία, το λιλιπούτειο (αλλά πλούσιο σε? τράπεζες) Λουξεμβούργο και η Φινλανδία. Σίγουρα δεν είναι τυχαίο ότι οι κυβερνήσεις των τεσσάρων αυτών κρατών αποτελούν τον «πυρήνα» του στρατοπέδου των? σκληρών της Ευρωζώνης. Το σύνολο των οφειλών προς αυτές τις τέσσερις κεντρικές τράπεζες προσεγγίζει πλέον τα 800 δισ. ευρώ. Σχεδόν καμία άλλη κεντρική τράπεζα δεν έχει θετικό ισοζύγιο, με τα χρέη να συσσωρεύονται στις οικονομίες της περιφέρειας αλλά όχι μόνο. Στη χειρότερη θέση είναι η Ιταλία και η Ισπανία, με χρέη μεταξύ των 165 και 200 δισ. ευρώ έκαστη.

Τα 100 δισ. ευρώ ξεπερνούν τα χρέη Ελλάδας και Ιρλανδίας. Ακολουθεί η μεγάλη έκπληξη -η Τράπεζα της Γαλλίας με αρνητικό υπόλοιπο που υπερβαίνει τα 75 δισ. ευρώ. Περί των 50 δισ. ευρώ κινούνται οι οφειλές Πορτογαλίας και Βελγίου, ενώ ακολουθούν με μικρότερα αρνητικά υπόλοιπα η Αυστρία και η Σλοβακία -οι δύο αδύναμοι κρίκοι του «μπλοκ» της γερμανικής επιρροής. Οι ανισορροπίες αυτές προέκυψαν από τις εκροές κεφαλαίου από τις οικονομίες που οι επενδυτές κρίνουν επίφοβες προς τις ασφαλέστερες. Η κατάσταση, μάλιστα, δείχνει να έχει επιδεινωθεί, καθώς μόνο από την Ισπανία έφυγαν πάνω από 100 δισ. ευρώ το πρώτο τετράμηνο του έτους. Οι καταθέσεις στις ισπανικές τράπεζες μειώθηκαν κατά 31,5 δισ. ευρώ τον Απρίλιο, προτού δηλαδή καν διαφανεί το αποτέλεσμα των εκλογών στην Ελλάδα.

Πέραν των ζημιών που απειλούν τις κεντρικές τράπεζες του «πυρήνα», τεράστιες είναι και οι απώλειες που κινδυνεύουν να υποστούν οι ιδιωτικές τράπεζες εφόσον καταρρεύσει το τραπεζικό σύστημα στην Ισπανία. Σύμφωνα με τη Διεθνή Τράπεζα Διακανονισμών, οι ευρωπαϊκές τράπεζες έχουν έκθεση 672 δισ. ευρώ σε ισπανικές τράπεζες και μόνο οι γερμανικές 186 δισ. ευρώ -περίπου το 50% της κεφαλαιακής τους βάσης. Εκείνο που κατάφεραν τους τελευταίους μήνες οι Ευρωπαίοι είναι να περιορίσουν την έκθεση των τραπεζών άλλων κρατών-μελών στα επίφοβα κρατικά ομόλογα της Ευρωπεριφέρειας -κυρίως ισπανικά και ιταλικά. Ακόμα και αυτή η στρατηγική, όμως, γυρνάει τώρα μπούμερανγκ.

Αποκλιμάκωση του δανεισμού

Στις αρχές του έτους η ΕΚΤ διέθεσε στις τράπεζες πάνω από 1 τρισ. ευρώ μέσω τριετών εξαιρετικά χαμηλότοκων δανείων. Πάνω από 300 δισ. ευρώ εκτιμάται ότι άντλησαν οι ισπανικές τράπεζες, προκειμένου να καλύψουν «τρύπες» στους ισολογισμούς τους και να αγοράσουν κρατικά ομόλογα. Βοήθησαν έτσι στην αποκλιμάκωση του κόστους δανεισμού (στα δεκαετή ομόλογα υποχώρησε στα τέλη του χειμώνα κάτω από το 5%) αλλά κατέληξαν να κατέχουν οι ίδιες περίπου τα δύο τρίτα του δημοσίου χρέους.

Η νέα άνοδος του κόστους δανεισμού τις τελευταίες εβδομάδες (πλέον «φλερτάρει» με το απαγορευτικό 7%) μειώνει την αξία των ομολόγων αυτών, δημιουργώντας νέες «τρύπες» στους ισολογισμούς τους, που η Μαδρίτη θα πρέπει να καλύψει, επιβαρύνοντας περαιτέρω το ισπανικό δημόσιο χρέος. Αντίστοιχη είναι η εικόνα και στην Ιταλία, όπου οι τράπεζες ελέγχουν το 57% του δημοσίου χρέους, έχοντας αγοράσει το τελευταίο δωδεκάμηνο ιταλικά ομόλογα 242 δισ. ευρώ από ξένες τράπεζες. Εφόσον συνεχιστούν οι πιέσεις στους ισπανικούς και ιταλικούς τίτλους, το τραπεζικό σύστημα των δύο οικονομιών απειλείται με κατάρρευση και τα στοιχεία αποδεικνύουν ότι θα παρασύρει μαζί του το σύνολο της Ευρωζώνης. Το πρόβλημα είναι πραγματικό, άμεσο και απαιτεί κοινή αντίδραση των κυβερνήσεων. Γι' αυτό πολλές κόκκινες γραμμές είναι πιθανό να παραβιαστούν αυτό τον Ιούνιο.

 Κομισιόν

Πρόταση για «τραπεζική ένωση»

Την Τετάρτη η Ευρωπαϊκή Επιτροπή πρότεινε στα κράτη-μέλη να προχωρήσουν σε τραπεζική ένωση. Την πρόταση υιοθέτησε την επόμενη ημέρα ο επικεφαλής της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, ζητώντας η τραπεζική ένωση να προβλέπει κοινά όργανα εποπτείας, μηχανισμό εγγύησης καταθέσεων και μηχανισμό στήριξης των προβληματικών τραπεζών. Ως αντάλλαγμα για τη στήριξη που θα εξασφαλίσει το κάθε κράτος-μέλος, θα κληθεί να εκχωρήσει αρμοδιότητες που σήμερα παραμένουν σε εθνικό επίπεδο. Τα κοινοτικά όργανα θα έχουν δικαίωμα ψήφου στις τράπεζες που θα διασώζονται, ελέγχοντας έτσι τις διοικήσεις τους και τις πληρωμές αμοιβών και μπόνους. Η δε κοινή εγγύηση των καταθέσεων θα περιπλέξει ακόμα περισσότερο τη δημοσιονομική κατάσταση των κρατών-μελών, ανοίγοντας το δρόμο για την έκδοση κοινών ομολόγων αλλά και εντείνοντας τις πιέσεις για υιοθέτηση κοινών δημοσιονομικών κανόνων και εκχώρηση εξουσιών ελέγχου στα κοινοτικά όργανα.


imerisia.gr