Ανησυχία για τις καθυστερήσεις που σημειώνονται στην υλοποίηση του Ελληνικού Προγράμματος εκφράζουν πηγές του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, οι οποίες όμως αποφεύγουν να επιρρίπτουν ευθύνες (blame game) καθώς αντιλαμβάνονται ότι η Ελλάδα, που διέρχεται τη χειρότερη περίοδο της πρόσφατης Ιστορίας της, βρίσκεται σε περίοδο δύσκολης και απρόβλεπτης εκλογικής μάχης, που ίσως κρίνει αρνητικά και το μέλλον της σχέσης με το ΔΝΤ.

Η καθολική αντίδραση στη συνέντευξη της γενικής διευθύντριας Κριστίν Λαγκάρντ στην εφημερίδα Guardian, που θεωρήθηκε προκλητική και πιθανότατα επηρέασε τις πολιτικές εξελίξεις, έγινε «μάθημα» για την επικεφαλής του ΔΝΤ, η οποία συνέστησε αποφυγή δηλώσεων μέχρι τις εκλογές, καθώς υπάρχει η αίσθηση ότι στην Ελλάδα δράττονται της ευκαιρίας για να επιτύχουν πολιτικά κέρδη.

Χαρακτηριστικός είναι ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκε η ξεκάθαρη δήλωση του εκπροσώπου του ΔΝΤ, Τζέρι Ράις, για το πότε θα μπορούσε να επιτραπεί η αλλαγή του Ελληνικού Προγράμματος. Η παραποίηση (spin) που επιχειρήθηκε, και ο πομπώδης ισχυρισμός πως μετά τις εκλογές «θα αλλάξει το Πρόγραμμα», δεν ξένισε τους αξιωματούχους του Ταμείου, οι οποίοι τονίζουν σε κάθε ευκαιρία ότι ένας και μοναδικός είναι ο στόχος του Προγράμματος και δεν αλλάζει: η μείωση του χρέους.

Ο κ. Ράις δήλωσε συγκεκριμένα τα εξής: «Η βάση της συζήτησής μας θα συνεχίσει να είναι οι στόχοι του προγράμματος που έχουν συμφωνηθεί. Είναι προφανές ότι αν η νέα κυβέρνηση έχει κάποιες ιδέες για το πώς να επιτύχουν καλύτερα οι στόχοι του (συγκεκριμένου) Προγράμματος, είμαστε ανοικτοί να τις συζητήσουμε, όπως συμβαίνει με όλα τα προγράμματα που υποστηρίζουμε».

Οι πηγές εξήγησαν μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος ότι η παραποίηση προκάλεσε τίτλους για «απόφαση αλλαγής του Προγράμματος», που δεν έχουν καμία απολύτως σχέση με την πραγματικότητα. Επανέλαβαν ότι «σε κάθε επανεξέταση του Προγράμματος, υπάρχουν συζητήσεις για το κατά πόσον τα κριτήρια και οι στόχοι είναι ρεαλιστικοί και υλοποιήσιμοι, με βάση τις εξελίξεις κατά τη διάρκεια των προηγούμενων μηνών. Αυτά μπορούν να προσαρμοστούν, όπως συνέβη και στο παρελθόν.

Αυτό είναι φυσιολογικό και είναι ένας από τους λόγους για τους οποίους υπάρχουν τακτικές τριμηνιαίες αξιολογήσεις. Οι γενικοί στόχοι του Προγράμματος για την ενίσχυση της ανάπτυξης και της ανταγωνιστικότητας μέσω της υλοποίησης των διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και της συνέχισης των δημοσιονομικών μέτρων, δεν έχουν περιθώρια για επαναδιαπραγμάτευση».

Πηγές εκτός Ταμείου είπαν στο «Εθνος της Κυριακής» ότι «τα Προγράμματα (του ΔΝΤ) δεν είναι στατικά, διότι πολύ απλά ουδείς δύναται να προβλέψει τι θα συμβεί σε μία περίοδο 3-4 ή και περισσοτέρων ετών, που διαρκούν. Και αυτός είναι ο λόγος των επιθεωρήσεων, που λαμβάνουν χώρα κάθε τρεις μήνες».

Υπογράμμισαν επίσης ότι εάν μία κυβέρνηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση αυτή που θα προκύψει από τις εκλογές της 17ης Ιουνίου, πιστεύει ότι οι ιδέες και οι προτάσεις της θα επισπεύσουν την επίτευξη του στόχου μείωσης του χρέους και των ελλειμμάτων, το Ταμείο δεν έχει κανένα απολύτως λόγο να αρνηθεί να συνομιλήσει με τον πρωθυπουργό και το οικονομικό του επιτελείο.

Στη νέα επιθεώρηση, που αναμένεται στο τέλος Ιουνίου υπό την αίρεση ότι θα σχηματιστεί κυβέρνηση, η αποστολή του Ταμείου θα αξιολογήσει όσα έγιναν σε σχέση με τις δεσμεύσεις που ανέλαβε η κυβέρνηση Παπαδήμου.

Εάν η υλοποίηση προχώρησε κανονικά, κάτι που αμφισβητείται λόγω της προεκλογικής περιόδου, τότε θα μπορούσαν να γίνουν και διορθωτικές κινήσεις. Εάν η υλοποίηση δεν προχώρησε «τότε υπάρχει πρόβλημα», τόνισαν οι πηγές, οι οποίες όμως παραδέχθηκαν ότι «σχεδόν πάντα οι προβλέψεις για το επόμενο τρίμηνο αλλάζουν οριακά». Σε πολλές περιπτώσεις το Ταμείο δέχεται ότι «μπορούν να υπάρχουν και εξωτερικοί παράγοντες, ή να είναι μεγαλύτερη η ύφεση ή να έπεσαν έξω τα έσοδα».

Πάντως, με βάση την αναθεώρηση μπορούν να αλλάξουν προθεσμίες και υφή των μέτρων.

Ομως, πάντα σύμφωνα με τις πηγές, θα μπορούσε να συμβεί και το εξής: «Η κυβέρνηση να ζητήσει να αλλάξουν τα μέτρα, με άλλα που προτείνει η ίδια, υπό την προϋπόθεση ότι παραμένει αναλλοίωτος ο βασικός στόχος του Προγράμματος. Αλλάζουν τα κριτήρια μόνο». Σύμφωνα με τις πηγές, «το παράθυρο είναι πάντα ανοικτό και δεν κλείνει ποτέ, είναι μέρος του Προγράμματος με δεδομένο πως κάτι που συμφωνήθηκε πριν από τέσσερα χρόνια δεν μπορεί να παραμένει το ίδιο και τα επόμενα έξι χρόνια.

Ολα είναι υπό αναθεώρηση, εκτός από τον στόχο του Προγράμματος που δεν αλλάζει». Το Ταμείο, τονίζεται, μπορεί να δεχθεί πολλές δικαιολογίες από τις κυβερνήσεις, αλλά πάντα απορρίπτει τους «πολιτικούς λόγους». Η επίκληση πολιτικών λόγων για αλλαγή του Προγράμματος δεν είναι δικαιολογία, κατέληξαν οι πηγές, οι οποίες θύμισαν πως σε κάποιες περιπτώσεις «το ίδιο το Ταμείο προχώρησε σε αλλαγές» λόγω έκτακτων και απρόβλεπτων συνθηκών.

 

imerisia.gr