Τελετή-εκδήλωση μνήμης για τους πατριώτες Κρητικούς που αιχμαλωτίστηκαν στη Στοά «Μακάσι» στις 15 Ιουνίου 1943 από τους γερμανούς κατακτητές, πραγματοποιήθηκε σήμερα στο μνημείο που υπάρχει στο συγκεκριμένο σημείο κάτω από τον Προμαχώνα Μαρτινέγκο.

Τελέστηκε επιμνημόσυνη δέηση από τον Σεβασμιότατο Αρχιεπίσκοπο Κρήτης κ. Ειρηναίο, και  κατατέθηκαν στεφάνια από τον Πρόεδρο του Περιφερειακού Συμβουλίου Κρήτης Γιώργο Πιτσούλη- εκπροσώπησε τον Περιφερειάρχη Κρήτης Σταύρο Αρναουτάκη- τον δήμαρχο  Ηρακλείου Γιάννη Κουράκη, Χερσονήσου Ζαχαρία Δοξαστάκη, επίσης εκπρόσωποι τοπικών, στρατιωτικών, λιμενικών αρχών,  αντιστασιακών οργανώσεων, και εκπρόσωποι κομμάτων. Στην τελετή παραβρέθηκαν επίσης συγγενείς των θυμάτων και πολίτες.

«Με μια σεμνή και λιτή τελετή εδώ στην ιστορική πύλη Μακάσι αποτίουμε ελάχιστο φόρο τιμής στους εκατοντάδες πατριώτες, στους αφανείς ήρωες που αιχμαλωτίστηκαν φυλακίστηκαν και στο τέλος θυσιάστηκαν δίνοντας την ζωή τους, για να μπορούμε εμείς σήμερα να ζούμε σε συνθήκες δημοκρατίας και ελευθερίας. Οι ίδιοι και η στάση τους αποτελούν φωτεινό παράδειγμα για όλους εμάς», δήλωσε ο Πρόεδρος του Περιφερειακού Συμβουλίου Κρήτης Γιώργος Πιτσούλης.

Το ιστορικό

Για το ιστορικό γεγονός μίλησε ο ιστορικός-εκπαιδευτικός Γιώργος Καλογεράκης ο οποίος ανέφερε μεταξύ άλλων:

«Την  Ενετική  Στοά  ΜΑΚΑΣΙ  χρησιμοποιούσαν  περιστασιακά  οι  κατακτητές  για  να  φυλακίζουν  αμάχους  και  ομήρους  που  συνελάμβαναν  κατά  διαστήματα  την  περίοδο  1941-1944.

Οι  μελετητές  της  Κρητικής  Αντίστασης,  αυτό  το  γεγονός  των  συλλήψεων  της  14ης  Ιουνίου  1943  το  ονομάζουν  ως  «το  μεγάλο  μπλόκο».  Οι  πατριώτες  αυτοί  οδηγήθηκαν  στη  στοά  «Μακάσι»  και  από  κει  στα  στρατόπεδα  συγκέντρωσης  του  Ράιχ.

Στο  αρχείο  της  Ανεξάρτητης  Ομάδος  Ανωγείων  υπάρχει  ένα  χειρόγραφο  σημείωμα-επιστολή  του  γιατρού  και  μέλους  της  Ε.Ο. Ρεθύμνου  Νικήστρατου  Βογιατζή  προς  τον  Αρχηγό  Ανωγείων  και  Άνω  Μυλοποτάμου  Γιάννη  Δραμουντάνη-Στεφανογιάννη  το  οποίο  επιβεβαιώνει  τις  συλλήψεις  των  Κρητών  πατριωτών  τη  νύχτα  της  14ης  Ιουνίου  1943.  Αυτό  είναι  και  το  πρώτο  επίσημο  έγγραφο  που  μαρτυρεί  όχι  μόνον  τις  συλλήψεις  αλλά  και την  ημερομηνία  των.  

Γράφει  μεταξύ  άλλων  η  επιστολή :

15  Ιουνίου  1943

Αγαπητέ  Σύντεκνε

Σήμερον  το  βράδυ  ήλθαν  6  χωροφύλακες  και  2  Γερμανοί  του  φυλακίου  για  να πάνε  το  πρωί  στην  Ίδην  είπαν  στον  Πρόεδρον  να  εύρη  ζώα  το  πρωί  γι’αυτήν  την  δουλειάν.

Από  το  Ηράκλειον  μου  είπαν  ότι  συνέλαβον  χθες  το  βράδυ  πολλούς  μια  πληροφορία  τους  φέρει  2000.  …κάθε  πληροφορία  θα  γράψω  πάλιν.

Με  αγάπην

Νικήστρατος  Βογιατζής

Μια  άλλη  μεγάλη  αποστολή  που  ξεκίνησε  από  τη  στοά  «Μακάσι»  και  στην  οποία  μετείχε  το  σύνολο  των  Εβραίων  της  Κρήτης  και  200  πατριώτες  κρατούμενοι  των  Γερμανών,  έγινε  στις  9  Ιουνίου  1944  αλλά  δεν  έφτασε  ποτέ  στον  προορισμό  της.     

Το  πλοίο  που  επιβιβάστηκαν  οι  Κρήτες  και  οι  Εβραίοι  ήταν  πλοιοκτησίας  Στέφανου  Παν.  Συνοδινού.  Αγοράστηκε  το  1935  αντί  του  ποσού  των  3800  λιρών  Αγγλίας.  Ονομάστηκε  Τάναϊς  από  τον  πλοιοκτήτη  που  του  άρεσε  να  ονοματίζει  τα  καράβια  του  με  ονόματα   ποταμών  της  Ρωσίας.

Σ’αυτό  το  πλοίο  το  πρωί  της  9ης  Ιουνίου  1944  οι  Γερμανοί  επιβίβασαν  τους  Εβραίους  της  Κρήτης  (περίπου  300  άτομα)  και  τους  Κρητικούς  που  είχαν  συλλάβει  στη  μεγάλη  τυλιξά  στο  Μονοδένδρι  (περίπου  250  άτομα).  Φόρτωσαν  ακόμα  και  κάμποσους  Ιταλούς.  Προορισμός  του  πλοίου  ήταν  το  λιμάνι  του  Πειραιά.  Από  τον  Πειραιά  οι  Γερμανοί  θα  μετέφεραν  τους  ομήρους  σε  στρατόπεδα  εργασίας  στη  Γερμανία.  Τελικά  το  πλοίο  βυθίστηκε  ανοιχτά  της  Σαντορίνης  και  παρέσυρε  στον  βυθό  τις  600  ψυχές  που  κουβαλούσε.  

Πριν  από  έξι  χρόνια,  με  τη  βοήθεια  ενός  εγγράφου  της  ιδιωτικής  συλλογής  του  Κώστα  Μαμαλάκη,  συλλέκτη  και  ερευνητή  της  περιόδου  1940-1944,  αποκαλύψαμε  σε εκδήλωση  στο  χωριό  Αρκάδι  Μονοφατσίου  το  πως  ακριβώς  βυθίστηκε  το  πλοίο  Τάναις.  Διαβάσαμε  αποσπάσματα  από  έγγραφο- αναφορά  του  Βρετανού  πλοιάρχου  του  υποβρυχίου  VIVID.  Το  πρωτότυπο  της  αναφοράς  υπάρχει  στο  Βρετανικό  αρχηγείο  Ναυτικού  και  αντίγραφό  της  σήμερα  στο  Ιστορικό  Μουσείο  Ηρακλείου. Σύμφωνα  λοιπόν  με  την  αναφορά  του  πλοιάρχου  που  λεγόταν  Μπάρλεϋ  «το  υποβρύχιό  του  ανήκε  στο  Βρετανικό  στόλο  της  Ανατολικής  Μεσογείου.  Εκείνη  την  ημέρα  περιπολούσε  στο  Νοτιοανατολικό  Αιγαίο.  Το  Τάναις  απέπλευσε  από  το  λιμάνι  του  Ηρακλείου  το  πρωί  της  9ης  Ιουνίου  1944  στις  8.32  η  ώρα,  συνοδεία  τριών  σκαφών.  Στις  2.31  μετά  το  μεσημέρι  έγινε  αντιληπτό  από  το  υποβρύχιο  VIVID.  Στις  3.12  το  υποβρύχιο  είχε  πάρει  την  σωστή  θέση  σκόπευσης.  Η  απόσταση  μεταξύ  του  VIVID  και  Τάναϊς  ήταν  2.300-2.700  μέτρα.  Το  στίγμα  του  ήταν  35ο – 40΄  Βόρειο  και  25ο – 11΄  Ανατολικό.  Το  VIVID  εκτόξευσε  τέσσερις  τορπίλες.  Τον  στόχο  βρήκαν  οι  δύο  από  τις  τέσσερις.  Μετά  την  βύθιση  του  Τάναϊς  το  VIVID  καταδύθηκε  στα  80  πόδια,  (σε  βάθος  24  μέτρων).  Εκεί,  σε  κατάσταση  κατάδυσης  παρέμεινε  μέχρι  τις  5.30  η  ώρα  το  απόγευμα.  Σαράντα  πέντε  λεπτά  μετά  τον  τορπιλισμό  του  ακούστηκαν  τέσσερις  δυνατές  εκρήξεις.  Ίσως  από  το  πολεμικό  υλικό  που  μετέφερε  στα  αμπάρια  του  το  πλοίο.  Από  την  βυθομέτρηση  που  έκανε ο  πλοίαρχος  του  υποβρυχίου  Μπάρλεϋ,  το  Τάναϊς  βυθίστηκε  σε  βάθος  1858  μέτρων».

Αυτά  γράφει  ο  πλοίαρχος  Μπάρλεϋ  για  την  βύθιση  του  Τάναϊς  από  το υποβρύχιό  του.  Οι  Βρετανοί,  εξηγώντας  με  άλλο  έγγραφο  την  ενέργειά  τους,  μιλούν  για  «μεγάλη  τραγωδία».  Από  τους  Εβραίους  τους  Κρήτες  και  τους  Ιταλούς  που  ήταν  κλειδωμένοι  στα  αμπάρια  δεν  σώθηκε  κανείς. 

Ας  μου  επιτραπεί  στο  σημείο  αυτό  να  δώσω  μια  ερμηνεία  στην  ενέργεια  καταβύθισης  του  πλοίου  από  τους  Βρετανούς.  Το  καλοκαίρι  του  1944  ο  πόλεμος  πλησίαζε  στο  τέλος  του.  Οι  Γερμανοί  δούλευαν  ακατάπαυστα  στη  χώρα  τους  για  τη  δημιουργία  της  ατομικής  βόμβας  που  θα  τους  έδινε  το  προβάδισμα  για  την  τελική  νίκη.  Στα  ορυχεία  της  χώρας  τους και  της  γειτονικής  Πολωνίας  χρειαζόταν  χιλιάδες  εργατικά  χέρια  στην  ανεύρεση  ουρανίου.  Οι  Βρετανοί  γνώριζαν  ότι  το  πλοίο  Τάναϊς  μεταφέρει  στον  Πειραιά  ομήρους  Κρήτες  και  Εβραίους.  Ο  τελικός  τους  προορισμός  ήταν  η  Γερμανία.  Γι’αυτό  πήραν  την  απόφαση  να  βυθίσουν  το  πλοίο.  Οι  σύμμαχοι  δεν  θα  επέτρεπαν  εργατικά  χέρια  να  φτάσουν  στην  Γερμανία  σ’αυτή  την  κρίσιμη  καμπή  του  πολέμου.  Δικαιολογημένη  απόφαση ;  Όχι  βέβαια».