Bελτίωση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης στην Ελλάδα τον Ιούνιο διαπιστώνει η έρευνα οικονομικής συγκυρίας του ΙΟΒΕ.

Ειδικότερα, τον συγκεκριμένο μήνα ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης διαμορφώθηκε στις -70,4 μονάδες (από -75,8), επίδοση που είναι η υψηλότερη εδώ και έναν χρόνο.

Η ιστορικά καταγεγραμμένη ανοδική τάση του δείκτη σε όλες τις προεκλογικές περιόδους φαίνεται να επαληθεύεται και σε αυτή την περίπτωση, καθώς έχουν δημιουργηθεί προσδοκίες βελτίωσης της κοινωνικοοικονομικής κατάστασης της χώρας στους καταναλωτές εν όψει συγκρότησης νέας κυβέρνησης και των πιθανολογούμενων αλλαγών στο μίγμα της εφαρμοζόμενης πολιτικής.

Παρόλα αυτά, οι Έλληνες παραμένουν σταθερά οι πιο απαισιόδοξοι Eυρωπαίοι, ενώ ακολουθούν οι Κύπριοι, οι Κύπρος, η Πορτογάλοι, οι Ούγγροι και οι Ιταλοί.

Η καταναλωτική εμπιστοσύνη κινείται ανοδικά σε 10 ευρωπαϊκές χώρες τον Ιούνιο, ενώ θετικοί δείκτες καταγράφονται στην Φινλανδία, την Σουηδία και την Δανία.

Οι αρνητικές προβλέψεις των Ελλήνων καταναλωτών τον Ιούνιο για την οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού τους τους προσεχείς 12 μήνες περιορίζονται περαιτέρω, με το σχετικό δείκτη να διαμορφώνεται στις -62,9 μονάδες (από -70,6).

Το 12% (από 13%) των καταναλωτών κρίνει ότι το επόμενο διάστημα η οικονομική τους κατάσταση δεν θα μεταβληθεί και το 73% (από 79%) θεωρεί ότι θα επιδεινωθεί ελαφρά ή αισθητά.

Οι σχετικοί δείκτες στην ΕΕ και την Ευρωζώνη αμβλύνονται αντίστοιχα στις -9,5 και -10,0 μονάδες.

Ανάλογη είναι η εξέλιξη και στις προβλέψεις των νοικοκυριών για την οικονομική κατάσταση της χώρας τους το προσεχές 12μηνο, με το σχετικό δείκτη να κερδίζει πάνω από 8 μονάδες για δεύτερο κατά σειρά μήνα και να διαμορφώνεται στις -61,8 μονάδες, στην καλύτερη επίδοση του τελευταίου 1,5 έτους.

Το ποσοστό των καταναλωτών που προβλέπουν ελαφρά ή αισθητή επιδείνωση περιορίζεται στο 71% (από 77%), ενώ οι αντίστοιχοι δείκτες σε ΕΕ και Ευρωζώνη διαμορφώνονται στις -26,2 και -25,6 μονάδες.

Ιούνιο ο δείκτης της πρόθεσης για αποταμίευση τους προσεχείς 12 μήνες κινείται ανοδικά, με το σχετικό δείκτη να διαμορφώνεται κατά 3 σχεδόν μονάδες υψηλότερα σε σχέση με την ιστορικά χαμηλή επίδοση του προηγούμενου μήνα, στις -77,7 μονάδες.

Το 79% (από 81%) από τα ελληνικά νοικοκυριά δεν θεωρεί καθόλου πιθανή την αποταμίευση το επόμενο 12μηνο, ενώ το 10% (από 8%) τη θεωρεί αρκετά ή πολύ πιθανή. Οι αντίστοιχοι αρνητικοί δείκτες σε ΕΕ και Ευρωζώνη περιορίζονται ελαφρά στις -9,2 και -10,2 μονάδες.

Ο δείκτης πρόβλεψης για την εξέλιξη της ανεργίας τους προσεχείς 12 μήνες βελτιώνεται ελαφρώς τον Ιούνιο, φθάνοντας στις 79,2 μονάδες (από 81,9).

Όμως το συντριπτικό 88% των πολιτών (από 91%) προβλέπει ότι η ανεργία θα αυξηθεί ελαφρά ή αισθητά, ενώ το 6% (από 4%) κρίνει ότι θα παραμείνει αμετάβλητη. Οι αντίστοιχοι δείκτες σε ΕΕ και Ευρωζώνη αυξάνονται στις +33,6 και +33,4 μονάδες.

Η πρόθεση των καταναλωτών για σημαντικές αγορές τους προσεχείς 12 μήνες (επίπλων, ηλεκτρικών συσκευών κ.λπ.) βελτιώνεται ελαφρά τον Ιούνιο, με το σχετικό δείκτη να διαμορφώνεται στις -70,1 μονάδες (από -74,1).

Το 81% των Ελλήνων καταναλωτών (από 84%) προβλέπει ότι θα προβεί σε πολύ ή λίγο λιγότερες δαπάνες, έναντι του 4% (από 2%) που δηλώνει το αντίθετο. Οι σχετικοί ευρωπαϊκοί δείκτες κινούνται στις -23,5 και -22,4 μονάδες σε ΕΕ και Ευρωζώνη αντίστοιχα.

Ο δείκτης πρόβλεψης των τιμών τους προσεχείς 12 μήνες καταγράφει έντονη πτώση των 10 μονάδων και διαμορφώνεται στις 7,5 μονάδες, σε μία από τις χαμηλότερες ευρωπαϊκές επιδόσεις.

Το ποσοστό εκείνων που προβλέπουν αύξηση τιμών με τον ίδιο ή ταχύτερο ρυθμό περιορίζεται στο 40% (από 48%), ενώ όσοι αναμένουν σταθερότητα ή μείωση αυξάνονται στο 36% (από 33%). Οι αντίστοιχοι ευρωπαϊκοί δείκτες σε ΕΕ και Ευρωζώνη διαμορφώνονται στις +20,0 και +19,7 μονάδες.

Στις εκτιμήσεις για την τρέχουσα οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού, το ποσοστό των καταναλωτών που δηλώνει ότι «μόλις τα βγάζει πέρα» περιορίζεται ελαφρά στο 56% (από 58%), ενώ το ποσοστό εκείνων που αναφέρουν ότι αντλούν από τις αποταμιεύσεις τους αυξάνεται στο 18% (από 14%).

Το 9%-10% των καταναλωτών το τελευταίο δίμηνο δηλώνει ότι αποταμιεύει λίγο ή πολύ, ενώ τέλος περιορίζεται στο 15% (από 18%) το ποσοστό όσων αναφέρουν ότι έχουν χρεωθεί.

 

in.gr