Άρθρο του κ. Αλέξανδρου Μωραϊτάκη, Προέδρου NUNTIUS ΑΧΕΠΕΥ, τέως Προέδρου ΣΜΕΧΑ, πιστοποιημένου Αναλυτή Αγορών

«Είναι πλέον καθομολογούμενο ότι το διακύβευμα για την έξοδο της Ελλάδας από την κρίση είναι η ανάπτυξη. Αυτή, μεταξύ άλλων, προϋποθέτει την εξεύρεση σημαντικών κεφαλαίων για τη χρηματοδότηση επενδύσεων. Με δεδομένη τη σημερινή συγκυρία στο Ευρωπαϊκό Χρηματοπιστωτικό Σύστημα οι Τράπεζες είναι υποχρεωμένες να περιορίσουν την παρεχόμενη ρευστότητα στην επιχειρηματική κοινότητα, γεγονός που επιτείνει τη δυσκολία για μεταφορά της οικονομίας σε αναπτυξιακή φάση. Η μόνη εναλλακτική δυνατότητα που υφίσταται είναι η προσέλκυση κεφαλαίων από την εγχώρια και τη διεθνή επενδυτική κοινότητα, μέσω του χρηματιστηρίου.

Την ίδια στιγμή, σε παγκόσμιο επίπεδο, είναι δεδομένο ότι συντελούνται σημαντικές διαρθρωτικές αλλαγές και περιορίζονται τα διαθέσιμα προς επένδυση κεφάλαια στην Ευρώπη. Ειδικότερα, τα υπό διαχείριση κεφάλαια μεταφέρονται προς Ανατολάς και σημαντικά κεφάλαια κατευθύνονται από Hedge funds προς πιο ασφαλείς και μακροπρόθεσμες τοποθετήσεις (infrastructure, real estate), ανά τον κόσμο. Προφανώς, ως αποτέλεσμα αυτών, ο ανταγωνισμός για άντληση κεφαλαίων που θα αντιμετωπίζουν εφεξής οι επιχειρήσεις στη χώρα μας, έναντι του παρελθόντος, θα είναι αυξημένος.

Κατά συνέπεια είναι ιδιαίτερα κρίσιμο να υιοθετηθούν πολιτικές που θα διαμορφώσουν ένα ανταγωνιστικό περιβάλλον στη χώρα μας τέτοιο που θα επιτρέπει (αν όχι προκαλεί) τη μεταφορά πόρων από την παγκόσμια επενδυτική κοινότητα στον Ελληνικό παραγωγικό ιστό.

Στην κατεύθυνση αυτή δύο συγκεκριμένα θέματα χρήζουν ιδιαίτερης προσοχής και απαιτούν εξειδικευμένες πολιτικές για την αντιμετώπισή τους.
Αφενός, το επενδυτικό περιβάλλον που θα δημιουργηθεί, θα πρέπει να εξυπηρετεί την άντληση κεφαλαίων από μικρομεσαίες εταιρείες μια και αποτελούν την κρίσιμη μάζα των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στη χώρα. Η άντληση κεφαλαίων από αυτές τις επιχειρήσεις, διαχρονικά, αποτελεί σοβαρή πρόκληση, τόσο στη Ευρώπη όσο και στον υπόλοιπο κόσμο, γιατί με το μέγεθός τους δεν μπορούν να κεντρίσουν άμεσα και απευθείας το παγκόσμιο επενδυτικό ενδιαφέρον.

Αφετέρου, αποτελεί κρίσιμη προτεραιότητα ο επαναπατρισμός κεφαλαίων που εξήχθησαν από τη χώρα το τελευταίο διάστημα και η επένδυσή τους σε παραγωγικούς τομείς εντός της χώρας. Είναι προφανές ότι η εκτίμηση των κεφαλαιούχων για το αυξημένο ρίσκο διατήρησης των χρημάτων τους στην Ελλάδα και ο φόβος της υψηλής φορολόγησής τους πρέπει να αντιμετωπιστούν αποτελεσματικά προκειμένου αυτά να επανεισαχθούν. Όμως η έμπρακτη απόδειξη της υποστήριξης των Ελλήνων επενδυτών προς την εγχώρια επιχειρηματικότητα συνιστά αναγκαία συνθήκη για τη μαζική προσέλκυση ξένων επενδυτών και θα λειτουργήσει καταλυτικά προς την κατεύθυνση αυτή.

Η παροχή φορολογικών κινήτρων, κατά τα πρότυπα αντίστοιχων συστημάτων που εφαρμόζονται σε άλλες χώρες με θετικά αποτελέσματα, θα μπορούσε να οδηγήσει στην αύξηση των επενδύσεων στο χρηματιστήριο από εγχώριους επενδυτές. Σύμφωνα με συντηρητικές εκτιμήσεις, ο επαναπατρισμός και επένδυση €5 δις (λιγότερο από 1/10 των χρημάτων που εξήχθησαν) μέσα στην επόμενη διετία θα αρκούσε για να ανατρέψει πλήρως το υφιστάμενο κλίμα στην αγορά, θα άνοιγε το δρόμο για πολλαπλάσιες ξένες επενδύσεις και θα είχε πολλαπλασιαστικά οφέλη στους κρίσιμους τομείς της απασχόλησης και της ανάπτυξης.

Επιπροσθέτως, η εύστοχη εφαρμογή της κατάλληλα προσαρμοσμένης πολιτικής θα δημιουργούσε την αίσθηση της «συμμετοχής» της μεγάλης πλειοψηφίας των Ελλήνων στην υπόθεση της εξόδου της χώρας από την κρίση, τόσο από πλευράς υποστήριξης, όσο και από πλευράς απολαβών.

Διεθνώς, υπάρχουν παραδείγματα ενεργοποίησης του εγχώριου επενδυτικού κοινού για την υποστήριξη επενδύσεων. Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Μεγάλης Βρετανίας όπoυ σχετικά Προγράμματα έχουν χρησιμοποιηθεί συστηματικά για την ενίσχυση επενδύσεων σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, μεταξύ άλλων, με ιδιαίτερα ικανοποιητικά αποτελέσματα. Ενδεικτικά, μέσω δύο συγκεκριμένων Προγραμμάτων, σε περίοδο δωδεκαετίας (περίοδο 1995-2007), επετεύχθησαν επενδύσεις ύψους £12δις περίπου σε μικρομεσαίες επιχειρήσεις, αυξάνοντας τη ρευστότητα και, συγχρόνως, μειώνοντας δραστικά το κόστος άντλησης κεφαλαίων για ένα κομμάτι της αγοράς που παραδοσιακά αντιμετωπίζει σοβαρό πρόβλημα χρηματοδότησης. Συγκεκριμένα, φορολογικά κίνητρα είναι διαθέσιμα μέσω των 1) Venture Capital Trust Scheme και 2) Enterprise Investment Scheme. Ειδικότερα, μέσω των:

Venture Capital Trust Scheme
Τα Venture Capital Trusts (VCT’s) είναι οχήματα συλλογικών επενδύσεων εισηγμένα στην Κύρια αγορά του London Stock Exchange, τα οποία τα διαχειρίζονται Διαχειριστές επενδύσεων με εμπειρία μικρομεσαίων εταιρειών και αντλούν κεφάλαια από ιδιώτες επενδυτές. Τα VCT’s ενθαρρύνουν ιδιώτες να επενδύσουν εμμέσως σε μια γκάμα μικρομεσαίων, υψηλότερου-ρίσκου εταιρειών, μέσω της διασποράς του επενδυτικού ρίσκου σε ένα πλήθος εταιρειών. Με αυτό τον τρόπο, δίνεται πρόσβαση σε ιδιώτες επενδυτές (μέσω των VCT’s) να επενδύσουν σε μια ευρύτερη γκάμα επενδυτικών ευκαιριών. Τα φορολογικά κίνητρα, συμπεριλαμβανομένης της απαλλαγής από το φόρο υπεραξίας, φόρο εισοδήματος και φορολόγησης των μερισμάτων, λειτουργούν αντισταθμιστικά το αυξημένο επίπεδο ρίσκου που συνδέεται με την επένδυση σε επιχειρήσεις μικρότερης κεφαλαιοποίησης.

Τα VCT’s, προκειμένου να περιλαμβάνονται στο Πρόγραμμα, υποχρεούνται να επενδύουν τουλάχιστον 70% των κεφαλαίων που αντλούν σε νέες εκδόσεις μη εισηγμένων μετοχών (συμπεριλαμβανομένων μετοχών εταιρειών εισηγμένων στο AIM). Επιπροσθέτως των κεφαλαίων, οι εταιρείες στις οποίες επενδύουν τα VCT’s, ωφελούνται και από την τεχνογνωσία και την εξειδικευμένη κλαδική εμπειρία των διαχειριστών του VCT που αποτυπώνεται στην απόδοση και την εξέλιξή τους. Περαιτέρω, το ευνοϊκό φορολογικό καθεστώς, διευκολύνει και την αποζημίωση των εργαζομένων μέσω μετοχών ενισχύοντας την απόδοση και διασφαλίζοντας τη μακροχρόνια παραμονή τους στην εταιρεία.

Enterprise Investment Scheme
Το Enterprise Investment Scheme παρέχει ελαφρύνσεις στη φορολογία εισοδήματος, και στο φόρο υπεραξίας για ιδιώτες που επενδύουν απευθείας σε εταιρείες μικρότερης κεφαλαιοποίησης. Οι ελαφρύνσεις δίνονται μόνο σε περιπτώσεις επένδυσης σε νεοεκδοθείσες μετοχές (σε περίοδο δεκαπενταετίας άνω των 15.000 εταιρειών άντλησαν κεφάλαια μέσω αυτού του Προγράμματος).

Σημειωτέον ότι, βάσει μελετών που έχουν γίνει, το κόστος για το Βρετανικό Δημόσιο από τη μείωση των εσόδων λόγω των παρεχόμενων φορολογικών ελαφρύνσεων είναι σημαντικά χαμηλότερο από τα επιτευχθέντα οφέλη.

Προφανώς, η προσέγγιση που θα εφαρμοστεί στην Ελλάδα, στην παρούσα φάση πρέπει να είναι προσαρμοσμένη στη σημερινή πραγματικότητα και να αντιμετωπίζει τις τρέχουσες ανάγκες. Εκτιμάται ότι η σχέση κόστους-οφέλους εφαρμογής μιας ειδικά προσαρμοσμένης πολιτικής μπορεί να είναι ιδιαίτερα θετική».