Η Αυστραλή Τζίνα Ράινχαρτ, η πιο πλούσια γυναίκα του πλανήτη, δεν θυμίζει σε τίποτα τις πολυεκατομμυριούχες που φιγουράρουν κάθε χρόνο στη λίστα του περιοδικού Forbes, καθώς θεωρεί πως «η ομορφιά είναι ένα ορυχείο σιδήρου».

Αδιαφορεί για την τέχνη και τις βόλτες με ιδιωτικά αεροπλάνα, όμως δεν αποχωρίζεται τις πέρλες που κοσμούν το λαιμό της ακόμη και όταν βρίσκεται στα έγκατα της γης με τη στολή εργασίας.

Τα έσοδά της, τα οποία αυξάνονται κατά 500 ευρώ το δευτερόλεπτο, της χάρισαν την πρώτη θέση στη λίστα των πιο πλούσιων γυναικών του κόσμου με 25 δις ευρώ και την όγδοη των πιο πλούσιων ανθρώπων γενικώς.

Η «βασίλισσα των ορυχείων» απεχθάνεται να την αποκαλούν «κληρονόμο», καθώς θεωρεί ότι είναι αυτοδημιούργητη επιχειρηματίας. Άλλαξε άρδην την εταιρία του πατέρα της Hancock Prospecting, της οποίας ανέλαβε τα ηνία μετά το θάνατό του το 1992 όταν βρισκόταν ήδη στη δύση της, καθώς είχαν σωρευτεί χρέη δεκαετιών. Στην «αναστήλωση» της εταιρίας συνέβαλαν σημαντικά η αύξηση της τιμής του σιδηρομεταλλεύματος, οι ολοένα και περισσότερες εξαγωγές προς την Κίνα, αλλά και μια σειρά από νέες επενδύσεις που πραγματοποίησε σε τρία νέα ορυχεία άνθρακα και σιδηρομεταλλεύματος, των οποίων κατέχει το σύνολο των μετοχών.

Όταν ο πατέρας της, Λανγκ Χάνκοκ, ανακάλυψε τη δεκαετία του 1950 στην περιοχή Πιλμπάρα της Αυστραλίας ένα από τα μεγαλύτερα αποθέματα σιδηρομεταλλεύματος, οι εξαγωγές σιδήρου απαγορεύονταν στη χώρα, διότι θεωρούνταν κάτι σπάνιο.

Η ίδια δεν χάνει ευκαιρία να επισημαίνει πως το ορυχείο που έκανε πλούσια την οικογένειά της ευνόησε ολόκληρη τη χώρα και εκφράζει πικρία, καθώς θεωρεί όρι δεν έχει αναγνωριστεί η συμβολή του στην οικονομία όσο θα έπρεπε.


ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ ΤΥΠΟΣ