Πτωτικές τάσεις παρουσίασε η εγχώρια αγορά γαλακτοκομικών προϊόντων τη διετία 2010 -2011 σύμφωνα με έρευνα της ICAP.

Τα συμπεράσματα της έρευνας συνοψίζονται στα εξής:

  • Η εγχώρια αγορά γάλακτος τα τελευταία έτη χαρακτηρίζεται από τη μείωση στην κατανάλωση του φρέσκου και του συμπυκνωμένου γάλακτος, ενώ αύξηση παρατηρείται στην κατανάλωση γάλακτος υψηλής παστερίωσης.
  • Η κατανάλωση γιαουρτιού μειώθηκε κατά 4% το 2011/10.
  • Το 24% της εγχώριας παραγωγής γιαουρτιού το 2010 αφορούσε εξαγωγές.

Ο κλάδος των γαλακτοκομικών προϊόντων παραμένει ένας από τους πιο ανθεκτικούς της ελληνικής οικονομίας, καθώς τα γαλακτοκομικά εντάσσονται στα βασικά είδη διατροφής για τους έλληνες καταναλωτές. Στην αγορά δραστηριοποιείται σημαντικός αριθμός παραγωγικών (κυρίως) αλλά και εισαγωγικών επιχειρήσεων. Στις περισσότερες κατηγορίες προϊόντων η εγχώρια ζήτηση καλύπτεται, κατά το μεγαλύτερο μέρος της, από μεγάλες παραγωγικές επιχειρήσεις οι οποίες διαθέτουν σύγχρονο μηχανολογικό εξοπλισμό, ενώ μέσω του οργανωμένου και ευρύτατου δικτύου διανομής τους καλύπτουν το μεγαλύτερο μέρος της ελληνικής επικράτειας. Ο παραγωγικός τομέας περιλαμβάνει και εταιρείες με μικρότερη παραγωγική δυναμικότητα, οι οποίες δραστηριοποιούνται κυρίως σε τοπικό επίπεδο, ωστόσο αρκετές απ’ αυτές αποσπούν σημαντικά μερίδια στις τοπικές αγορές.

Το σύνολο της εγχώριας πρωτογενούς παραγωγής αγελαδινού γάλακτος καθορίζεται από το κοινοτικό σύστημα των ποσοστώσεων, το οποίο το 2015 προβλέπεται να καταργηθεί. Στην Ελλάδα, ωστόσο, η πρωτογενής παραγωγή υπολείπεται κατά πολύ των εθνικών ποσοστώσεων τα τελευταία έτη. 

Εκτός από τον παραγωγικό τομέα, ο κλάδος περιλαμβάνει ένα σχετικά μικρό αριθμό μεγάλων εισαγωγικών εταιρειών, οι οποίες κατέχουν αξιόλογη θέση στην εγχώρια αγορά γαλακτοκομικών προϊόντων, ορισμένες δε απ’ αυτές ελέγχονται από γνωστούς πολυεθνικούς ομίλους. Στον εισαγωγικό τομέα εντάσσονται και αρκετές μικρότερου μεγέθους εταιρείες που πραγματοποιούν εισαγωγές γαλακτοκομικών, από τις οποίες σημαντικό μέρος αφορά προϊόντα που προορίζονται για επαγγελματική χρήση.

Σχετικά με την πορεία και τη διάρθρωση της αγοράς, η Διευθύντρια Οικονομικών - Κλαδικών Μελετών της ICAP Group, κ. Σταματίνα Παντελαίου, τόνισε τα εξής: «Η συνολική εγχώρια κατανάλωση γάλακτος (σε όγκο) κατέγραψε μικρές ετήσιες μειώσεις την τελευταία διετία (2010/09:-1,2% και 2011/10:-2,3%). Βασικό χαρακτηριστικό της αγοράς τα τελευταία έτη είναι η μείωση της κατανάλωσης στις κατηγορίες του φρέσκου (λευκού) γάλακτος (-1,4% το 2010/09) και του γάλακτος εβαπορέ (-4% το 2010/09), ενώ αύξηση (αν και με συνεχώς μειούμενο ρυθμό τα τελευταία έτη) παρατηρείται στην κατανάλωση γάλακτος υψηλής παστερίωσης (+2,7% το 2010/09). Ανάλογες τάσεις παρατηρήθηκαν και το 2011 (φρέσκο: -1,2%, εβαπορέ:-4,5%, υψηλής παστερίωσης:+2%).  Το φρέσκο παστεριωμένο γάλα εξακολουθεί να αποτελεί την κυριότερη κατηγορία γάλακτος, το δε ποσοστό συμμετοχής του στο σύνολο της κατανάλωσης εκτιμάται σε 41,8% το 2011. Ωστόσο, παρατηρείται σημαντική μείωση του ποσοστού αυτού την τελευταία επταετία, σε αντίθεση με το γάλα υψηλής παστερίωσης το οποίο διευρύνει το μερίδιό του (29,4% το 2011). Το αντίστοιχο ποσοστό για το ισοδύναμο του συμπυκνωμένου γάλακτος διαμορφώθηκε σε 26,1% το 2011».


Σύμφωνα με τα αποτελέσματα της κλαδικής μελέτης, η συνολική εγχώρια κατανάλωση γιαουρτιού (σε ποσότητα) υποχώρησε κατά 2,8% το 2010, ενώ το 2011 εκτιμάται ότι η μείωση της κατανάλωσης ήταν της τάξης του 4%. Η εγχώρια παραγωγή καλύπτει το μεγαλύτερο μέρος της ζήτησης (2010: εισαγωγική διείσδυση 8,6%), ενώ σημαντικές είναι οι εξαγωγές στο συγκεκριμένο προϊόν (εξαγωγική επίδοση 24% το 2010).

Στα πλαίσια της μελέτης έγινε εκτεταμένη χρηματοοικονομική ανάλυση των παραγωγικών επιχειρήσεων του κλάδου, βάσει επιλεγμένων αριθμοδεικτών. Επίσης, συνετάχθη ομαδοποιημένος ισολογισμός για τη διετία 2009-2010 βάσει αντιπροσωπευτικού δείγματος εταιρειών.

Από τον ομαδοποιημένο ισολογισμό 16 παραγωγικών επιχειρήσεων του κλάδου παρατηρείται ότι, το σύνολο του ενεργητικού τους μειώθηκε κατά 7,6% το 2010/09 και τα συνολικά ίδια κεφάλαια υποχώρησαν κατά 4,4%. Οι συνολικές πωλήσεις των εταιρειών του δείγματος παρέμειναν στα ίδια επίπεδα το 2010 σε σχέση με το 2009 (οριακή αύξηση 0,2%), ωστόσο το συνολικό τελικό αποτέλεσμα ήταν ζημιογόνο το 2010, εν αντιθέσει με το 2009 που ήταν κερδοφόρο.