Ένα αιματολογικό τεστ DNA για το σύνδρομο Down μπορεί να αποτρέψει σχεδόν τις μισές εγκύους από την διενέργεια αμνιοκέντησης, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσιεύονται στο επιστημονικό έντυπο British Medical Journal.

 Η νέα αιματολογική εξέταση μπορεί να μειώσει και στο 0,1% την ανάγκη της επεμβατικής αυτής εξέτασης, καθώς περίπου μια στις 100 γυναίκες που κάνει αμνιοκέντηση τελικά αποβάλλει.

Εξάλλου η μη επεμβατική εξέταση μπορεί να προσφέρει μια εναλλακτική οδό στο δίλημμα που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες, όταν πρόκειται για μειωμένες πιθανότητες απόκτησης παιδιού με σύνδρομο Down.

Όπως είναι γνωστό, το σύνδρομο Down προκαλείται από την παρουσία ενός επιπλέον χρωμοσώματος 21 στο DNA, προκαλώντας σωματικές και πνευματικής επιπλοκές.

Καθώς το DNA διαπερνά τον πλακούντα από το βρέφος προς την μητέρα, η αιματολογική εξέταση μπορεί να αναζητήσει το επιπλέον χρωμόσωμα.

Οι ερευνητές πιστεύουν ότι εύκολα θα μπορεί να απομονωθεί και τελικά να προκύψει η γέννηση ενός υγιούς παιδιού.

Το αιματολογικό τεστ που ανέπτυξε η επιστημονική ομάδα του Δρ Κύπρου Νικολαΐδη σε συνεργασία με ειδικούς από το Κινεζικό Πανεπιστήμιο του Χονγκ Κονγκ, δοκιμάστηκε σε 753 γυναίκες από το Χονγκ Κονγκ, την Μ. Βρετανία και την Ολλανδία, και έδειξε ότι μπορεί να μειώσει κατά περίπου 98% την ανάγκη για αμνιοκέντηση.

Όλες οι συμμετέχουσες ελέγχθηκαν για το σύνδρομο Down με υπερηχογράφημα και ένα φυσιολογικό αιματολογικό τεστ.

Από τα αποτελέσματα οι ερευνητές εκτίμησαν τον ατομικό κίνδυνο απόκτησης παιδιού με σύνδρομο Down στις γυναίκες που άνηκαν στην ομάδα υψηλού κινδύνου και τις οποίες παρέπεμψαν για επεμβατικές διαγνωστικές εξετάσεις, που θα επιβεβαιώσουν την ύπαρξη του συνδρόμου.

Ο Δρ Νικολαΐδης εξηγεί ότι «ορισμένες γυναίκες, δικαιολογημένα φοβούνται τις επεμβατικές εξετάσεις. Το νέο αιματολογικό τεστ DNA δεν είναι επεμβατικό και θα περιορίσει την ανάγκη της περαιτέρω διερεύνησης των ιατρικών ευρημάτων. Η μελέτη, δείχνει ότι μπορεί άμεσα να τεθεί σε εφαρμογή στην κλινική πρακτική».

Αξίζει πάντως να σημειωθεί ότι το νέο αυτό τεστ είναι ακόμη οικονομικά δαπανηρό και θα πρέπει να μεσολαβήσουν τουλάχιστον δέκα χρόνια ιατρικής έρευνας, προτού διατεθεί για ευρεία χρήση.

in.gr