Η μεσαία τάξη κινδυνεύει, sos για όλους μας.

 Αν σε κάτι ο Μαρξ κατάφερε να συνεισφέρει στη μεγάλη ιστορία της πάλης των ιδεών, είναι οι απόψεις του για την «πάλη των τάξεων». Σε αυτό δεν μπορούν να διαφωνήσουν ούτε οι αντίπαλοί του. Και όλοι οι απέναντι του. Φυσικά και πρέπει να εμπλουτιστούν τα κριτήρια ή και τα στοιχεία ένταξης του καθενός μας στην μία ή την άλλη τάξη και κοινωνική κατηγορία.

Ο παραδοσιακός «εργάτης» καλύπτει ένα μικρό ποσοστό των εργαζομένων. Και η διεύρυνση του τομέα των υπηρεσιών, συχνά τεχνητά, συχνά παθολογικά, έχει καταργήσει στην πράξη τη διάκριση ανάμεσα στον εργοδότη και τον εργαζόμενο. Ο μεγάλος και αυξανόμενος αριθμός αυτοαπασχολουμένων δημιουργεί ή εντατικοποιεί άλλα φαινόμενα. Όχι σπάνια παθολογικά. Η πάλη των τάξεων δεν τα αφορά.

Δεν έχει αναδειχθεί με επιστημονική καθαρότητα και πολιτική εντιμότητα το γεγονός ότι όλη αυτή η πολιτική λιτότητας έχει θίξει και τραυματίσει ειδικά τη μεσαία τάξη. Δεν χρειαζόμαστε να αναλωθούμε σε δογματικές ή ιδεολογικές αναζητήσεις και αγώνες για να περιγράψουμε και οριοθετήσουμε εννοιολογικά τη μεσαία τάξη. Ας αρκεστούμε να εντάξουμε σε αυτή όλους τους μεσαίους (γιατί όχι και τους μικρομεσαίους;) εισοδηματίες που πωλούν την εργασία ή τις υπηρεσίες τους. Είτε σε συγκεκριμένο εργοδότη, είτε σε αόριστο αριθμό αγοραστών, είτε αυτοαπασχολούμενων. Ε, λοιπόν, αρκετά από τα μέτρα που απειλούνται ή θα ανακοινωθούν, τραυματίζουν βαρύτατα τη μεσαία τάξη. Αν δεν την συρρικνώνουν.

Η αναίρεση σε σημαντικό βαθμό της καθολικότητας της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης και η δραστική («χειρουργική»!) μείωση των εισοδημάτων της μεσαίας τάξης, χωρίς παράλληλη ενίσχυση της ελεύθερης πρόσβασης όλων των κοινωνών στην παιδεία, ξεστρατίζει και εκτροχιάζει το κοινωνικό κράτος. Η τυφλή επιβολή πλαφόν στη φαρμακευτική δαπάνη (θίγει εκείνη την κατηγορία των συμπολιτών μας που τα γονίδιά τους επιβάλουν και νομιμοποιούν ηθικά και δικαιικά το κοινωνικό κράτος), η ελλειμματική χρηματοδότηση των θεσμών παιδικής προστασίας, ο δραστικός περιορισμός των προγραμμάτων πρόληψης, αποδομούν και ξεθεμελιώνουν το αίσθημα εμπιστοσύνης προς το κράτος και τους πολιτικούς θεσμούς. Και εγκαθιστούν ένα διαβρωτικό συναίσθημα ανασφάλειας. Τόσο κραυγαλέας που επεκτείνεται και στους άλλους χώρους. Η αποδυνάμωση και συρρίκνωση των οδών και διαδικασιών πρόσβασης στην παιδεία, σε συνδυασμό με την πρωτοφανή ανεργία μεταξύ των νέων αποτελούν το λίκνο θορυβώδους άρνησης της θεσμικής πολιτικής     και υπόθαλψης αναρίθμητων κοινωνικών εντάσεων. Έως και ρήξεων.

Δεν μπορούμε να αρνηθούμε τη λιτότητα ως αρχή και στόχο. Ειδικά σε ένα δυσμενές νεοφιλελεύθερο και υπερσυντηρητικό ευρωπαϊκό, και διεθνές, πολιτικό και οικονομικό περιβάλλον. Δεν μπορούμε να συγκρουστούμε για μέτρα, όπως αύξηση του ορίου ηλικίας για συνταξιοδότηση. Όταν, μάλιστα, έπρεπε να τα θεσμοθετήσουμε πολύ νωρίτερα. Και έγκαιρα. Σήμερα πια είναι πολύ πιο εύκολο να αποδεχθούμε την λογική των αποκρατικοποιήσεων. Νομίζω ότι είναι ελάχιστοι οι νοσταλγοί του κρατικού μονοπωλίου των σπίρτων που δύσκολα άναβαν. Αρκεί βέβαια η διαδικασία να είναι διαφανής, ανταγωνιστική, δικαιοκρατική και με αποδεδειγμένο το δημόσιο όφελος.

 Μέτρα, όμως, που προκαλούν αισθήματα ανασφάλειας από την μερική ή αξιοσημείωτη κατάργηση της πλήρους ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης, ή μέτρα που δημιουργούν στην πράξη ανυπέρβλητα αναχώματα στην πρόσβαση στην παιδεία, έχουν ή συνεπάγονται τρία φρικώδη κακά. Πρώτον, δεν θα έχουν καμία μακροοικονομική απόδοση. Δεύτερον καταφέρουν ένα ισχυρό πλήγμα στην μεσαία τάξη ως παράγοντα πολιτικής και κοινωνικής ισορροπίας, που αποτρέπει ή περιορίζει την οικονομική και κοινωνική ανισότητα. Ένα μεγάλο επίτευγμα της μεταπολίτευσης, που δεν προστατεύσαμε ούτε ενισχύσαμε. Τρίτον, εξορίσαμε ιστορικά την «ανοιχτή κοινωνία» ως εγγυήτρια της δημοκρατικής πολιτείας.

 

Εφημερίδα Πρώτο Θέμα, Κυριακή 19.8.2012