Σαράντα πέντε χρόνια από τον θάνατο του Αργεντινού επαναστάτη, στις 9 Οκτωβρίου 1967, αρκεί να κοιτάξεις γύρω σου για να καταλάβεις ότι το πορτρέτο του είναι για πολλούς μόνο ένα σήμα κατατεθέν. Οι κούπες, τα μπλουζάκια, τα εσώρουχα με τη μορφή του δεν προκαλούν πλέον σχεδόν καμία εντύπωση. Εξάλλου οι δημιουργοί των δύο διασημότερων φωτογραφιών του, ο Ρενέ Μπουρί και ο Αλμπέρτο Κόρντα, δεν αναφέρονται σχεδόν ποτέ

Οταν το 1966 ο φωτογράφος του Magnum Ρενέ Μπουρί περνούσε την πόρτα μιας μικρής γκαλερί στη Ζυρίχη, δεν πρέπει να ένιωσε μόνο υπερηφάνεια βλέποντας τη διασημότερη ίσως εικόνα του - τον Τσε Γκεβάρα να καπνίζει αγέρωχος ένα πούρο στο γραφείο του υπουργού Βιομηχανίας το 1963 - τυπωμένη σε αφίσα. Ηταν έτοιμη να πουληθεί και να κρεμαστεί σε οποιονδήποτε τοίχο, χωρίς ο δημιουργός της να γνωρίζει το παραμικρό. Ισως βέβαια να τον πείραξε και το ότι ήταν τυπωμένη σε ροζ χρώμα, το σίγουρο πάντως είναι ότι εξαιτίας είτε της αισθητικής επέμβασης είτε της καταπάτησης των πνευματικών δικαιωμάτων του ο Μπουρί εκνευρίστηκε λιγάκι.

Ζήτησε εξηγήσεις από τις δύο ιδιοκτήτριες, και εκείνες του απάντησαν ότι «είναι μια εικόνα που ανήκει στην επανάσταση, στη νεολαία, σε όλους». Ούτε προφήτες να ήταν. Εναν χρόνο αργότερα ο Γκεβάρα θα συλλαμβανόταν και θα εκτελούνταν από τις βολιβιανές Ενοπλες Δυνάμεις με μια μικρή βοήθεια και από τη CIA. Από τότε για κάθε σημαία ή γιάφκα που θα διακοσμούσε το πρόσωπο του αργεντινού επαναστάτη θα υπήρχε και ένας αναπτήρας, μια κούπα, ένα ζευγάρι σαγιονάρες, ένα εσώρουχο ή ένα μπλουζάκι - τέλος πάντων, ένα προϊόν του πιο άδικου κατά τον Γκεβάρα τρόπου παραγωγής - με τον ίδιο ως διακοσμητικό.

Τα χρόνια πέρασαν, η χωνευτική ικανότητα της ποπ κουλτούρας αυξήθηκε, τα αντικείμενα με την εικόνα του Γκεβάρα αυξήθηκαν επίσης. Ο ίδιος ο Μπουρί άρχισε σχεδόν να το διασκεδάζει, ώσπου τον προηγούμενο μήνα ολοκλήρωσε μια έκθεση στο Φεστιβάλ Images στην Ελβετία με 160 συνολικά προϊόντα, που προσφέρθηκαν ή ζητήθηκαν από εμπόρους και πελάτες όλου του κόσμου όχι τόσο για την ποιότητά τους ή για την ανάγκη που κάλυπταν, αλλά γιατί έφεραν εκείνη τη φωτογραφία. Ο εντοπισμός τους δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολος. Ενας ισπανός φίλος χάρισε στον Μπουρί τις κουρτίνες που είχε βρει. Ενας Ιταλός δείπνησε μαζί του καταναλώνοντας ένα μπουκάλι κρασί του Πιεμόντε, με ετικέτα μαντέψτε τι. Ο ίδιος ο φωτογράφος είχε επισκεφθεί κάποτε ένα εστιατόριο στην Ελβετία και όταν αντίκρισε τη φωτογραφία του τυπωμένη στον τοίχο και στον κατάλογο του καταστήματος, κράτησε τον δεύτερο χωρίς να πει τίποτα.

Οταν κρατώντας όλα αυτά στα χέρια του συναντήθηκε με τον διευθυντή του φεστιβάλ Στέφανο Στολ, εκείνος προσφέρθηκε να συνεχίσει την έρευνα. Ξαγρυπνώντας στις εσχατιές του Διαδικτύου και ξοδεύοντας περίπου 8.000 ευρώ βρήκε t-shirts και μπικίνι, πιάτα, μαξιλάρια, παιχνίδια, ρωσικές κούκλες, τσιγαρόχαρτα, ρολόγια, καπέλα, τράπουλες, σταχτοδοχεία, γραμματόσημα, πιτζάμες για σκύλους, σαγιονάρες, καρτ ποστάλ, ποτήρια, παζλ, ημερολόγια και πολλά ακόμη αντικείμενα για την ξεκούραση του επαναστάτη, για τα μπάνια του, το τσιγάρο της νίκης, την ύστατη ώρα ή τις χαλαρές στιγμές του, όλα ανακατεμένα σε μια εμπορική χοάνη τεράστιας χωρητικότητας.

Η έκθεση ονομάστηκε «Επανάσταση προς πώληση» και ένας από τους στόχους της ήταν να καταδείξει την απώλεια των πνευματικών δικαιωμάτων του φωτογράφου. Ο ίδιος ο Μπουρί, βέβαια, ο οποίος πρωτοδημοσίευσε τη φωτογραφία τον Απρίλιο του 1963 σε εννέα εκατομμύρια αντίτυπα του αμερικανικού περιοδικού «Look», ποτέ δεν έκανε μεγάλο δικαστικό σαματά για όλα αυτά. Οταν το 1970 στην Κούβα έπεσε πάνω σε μπλουζάκια με τη φωτογραφία του, αγόρασε καμιά δεκαριά «συνεισφέροντας στην ανακύκλωση» του ίδιου του προϊόντος του.

Δεν μήνυσε καν τη Swatch, η οποία το 1995 αφαίρεσε το πούρο του Γκεβάρα από τη φωτογραφία, του πρόσθεσε έναν μπερέ και μοσχοπούλησε μια σειρά ρολογιών με το όνομα «Επανάσταση». Πρόσφατα δήλωσε ότι έχει αδυναμία σε όσους «αγωνίζονται για ένα ιδανικό» και αυτός είναι ένας καλός λόγος για να μη βγάλει χρήματα από εκείνη τη φωτογραφία. Ή ότι ο λόγος που δεν «έγδαρε» τη Swatch, ενώ μπορούσε, ήταν περίπου η αδιαφορία. «Αντί να χάσω τη δημιουργικότητά μου με δίκες επί δικών», έλεγε, «προτίμησα να συνεχίσω να τραβάω φωτογραφίες».

Η φωτογραφία του Μπουρί ωστόσο δεν είναι η διασημότερη περίπτωση εμπορικής εκμετάλλευσης του πρωταγωνιστή της. Η πασίγνωστη εικόνα που τράβηξε τον Μάρτιο του 1960 ο Αλμπέρτο Κόρντα και απεικονίζει τον Γκεβάρα θυμωμένο και λυπημένο ταυτόχρονα, κατά τη διάρκεια ενός μνημοσύνου για τα θύματα μιας έκρηξης στο λιμάνι της Αβάνας που κάποιοι απέδωσαν επίσης στη CIA, έχει αναπαραχθεί τόσο πολλές φορές, σε τόσο διαφορετικά αντικείμενα και για τόσο διαφορετικούς λόγους, ώστε αν και ξεκίνησε σαν αντικαθεστωτικό ιερογλυφικό, τώρα πλέον, ανάλογα με την οπτική γωνία, έχει... κατσιάσει, έχει ξεθυμάνει ή έχει χάσει οποιαδήποτε σημασία - έστω και ως λογότυπος.

Σύμφωνα με το ντοκιμαντέρ του 2008 «Chevolution» της Τρίσα Ζιφ, όλα ξεκίνησαν όταν τη δεκαετία του '70 ο ιταλός εκδότης Τζιαντζιάκομο Φελτρινέλι παρήγαγε μαζικά χιλιάδες αφίσες με εκείνη την εικόνα, χωρίς φυσικά να αποδώσει στον Κόρντα τα δικαιώματα. Ακολούθησε μια ατελείωτη λίστα από εφαρμογές: Ενα παγωτό της εταιρείας Ben & Jerry με το όνομα Cherry Guevara και το σλόγκαν «Θα δαγκώνουμε μέχρι το τέλος», παπούτσια της Converse, μια διαφήμιση της Olivetti για τη δημιουργική ισχύ της που είχε τη φωτογραφία και την επιγραφή «θα τον προσλαμβάναμε», ένα νάιτ κλαμπ στο Κάιρο με τους σερβιτόρους ντυμένους με μπερέ και αμπέχονο, ένα τατουάζ στο δεξί χέρι του Μαραντόνα, μια τσάντα Luis Vuitton αξίας 4.500 δολαρίων, ένα κρεμαστό κόσμημα στον λαιμό του Τζόνι Ντεπ, ένα μπλουζάκι με τον Τσε Γκεβάρα να φοράει ένα μπλουζάκι με... τον Τσε Γκεβάρα, πορτρέτα στα πρότυπα του Χριστού, αναρίθμητες ταινίες και ντοκιμαντέρ, θεατρικά έργα, τηλεταινίες, ταινίες κινηματογραφικές, τραγούδια, βιβλία, βιντεοπαιχνίδια ή εκθέσεις σαν και αυτή του Ρενέ Μπουρί.

Από τότε μάλιστα που αποκρυσταλλώθηκε ως φαινόμενο απασχολεί μελετητές ή απλούς καταναλωτές, οι οποίοι παίρνουν θέση είτε υπέρ του Γκεβάρα είτε κατά. Ο αμερικανός πολιτικός σχολιαστής Πολ Μπέρμαν, για παράδειγμα, έγραφε στο περιοδικό «Slate» το 2004: «Ο Τσε ήταν απολυταρχικός. Δεν κατόρθωσε τίποτε άλλο παρά μόνο την καταστροφή. Η σημερινή τρέλα με τα μπλουζάκια, τις αφίσες, τα μπαρ έχει πετύχει να θολώσει αυτή τη φρικτή πραγματικότητα». Ο Σιν Ο' Χάγκαν σημείωνε την ίδια εποχή στον «Observer» ότι η γοητεία του Γκεβάρα έχει υπερφυσικές διαστάσεις και «αν ο Τσε δεν είχε γεννηθεί τόσο όμορφος, δεν θα ήταν ένας μυθικός επαναστάτης». Η συγγραφέας Αννα Μενιέντες υποστήριξε ότι «η μαγεία του Τσε δεν έχει σχέση με το πρόσωπο αλλά με τη φωτογραφία του».

Από την άλλη μεριά, η Σούζαν Σόνταγκ παρατηρούσε: «Αν η λάμψη του προσώπου του, ο ηρωισμός της ζωής του και το πάθος του θανάτου του χρησιμεύσουν στους νέους για να αποδεσμευτούν από το λαϊφστάιλ του αμερικανικού ιμπεριαλισμού και να αναπτύξουν επαναστατική σκέψη, τόσο το καλύτερο». Ο αμερικανός καθηγητής Παιδαγωγικών Πίτερ ΜακΛάρεν σημείωνε ότι υπεύθυνος για το φαινόμενο είναι ο αμερικανικός καπιταλισμός και πως «οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν έναν δελεαστικό τρόπο να ενσωματώνουν οτιδήποτε δεν μπορούν να νικήσουν και να το μεταμορφώνουν σε μια ασθενέστερη εκδοχή του εαυτού του. Ο βρετανός πολιτικός Τζορτζ Γκάλογουεϊ επισήμανε ότι «αν η εικόνα του μοιάζει να είναι παντού, είναι γιατί εκείνα για τα οποία πάλεψε και σκοτώθηκε βρίσκονται στη μόδα περισσότερο από ποτέ».

Ποιος έχει δίκιο και γιατί; Εχει καν νόημα η απάντηση, ειδικά σήμερα που η περισσότερη κουβέντα γίνεται για το αν μπορούμε να συζητούμε ελεύθερα για θρησκευτικούς προφήτες άλλων λαών - και όχι για θνητούς ήρωες άλλων ανθρώπων; Ισως σταματήσουμε να συζητούμε όταν απλώς βρεθεί ο αντικαταστάτης του φαινομένου. Ετσι κι αλλιώς, ελεύθερα συναλλασσόμενοι ενήλικοι είμαστε, ελεύθερη αγορά έχουμε, ας τα ρυθμίσει όλα αυτή και το αόρατό της χέρι. Πόσω μάλλον αν ισχύουν τα γραφόμενα του συγγραφέα Μάικλ Κάσεϊ, ο οποίος σημείωνε ότι ο Τσε Γκεβάρα «έχει γίνει το πιο ολοκληρωμένο μεταμοντέρνο είδωλο, που σημαίνει οτιδήποτε για οποιονδήποτε και τα πάντα για όλους».



tanea.gr