Το όνομά του δεν υπάρχει γραμμένο στο κουδούνι του σπιτιού του. Δεν υπάρχει γραμμένο ούτε στον τάφο του στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Ο 55χρονος πλούσιος κληρονόμος που, πριν βάλει τέρμα στη ζωή του με μια σφαίρα, κατέστρεψε κόβοντας σε λωρίδες με ειδικό μηχάνημα χαρτονομίσματα αξίας 100.000 ευρώ, δεν ήθελε να ξέρουμε τίποτα για αυτόν. Ούτε καν ότι υπήρξε.

Στο τέρμα της οδού 3ης Σεπτεμβρίου, στο ύψος της Αγίου Μελετίου, οι άνθρωποι έχουν πάψει από καιρό να γνωρίζονται μεταξύ τους. Οι παλιοί Αθηναίοι, ιδιοκτήτες των κάποτε αριστοκρατικών διαμερισμάτων με τις μαρμάρινες σκάλες και τα ξύλινα σκαλιστά ασανσέρ, έχουν φύγει. Στα σπίτια ζουν πλέον ξένοι και όσοι από τους παλιούς γείτονες έχουν μείνει τρώνε τα βράδια στην ταβέρνα «Μουσούκο» και πίνουν καφέ με 0,75 ευρώ στο καφέ της γωνίας 3ης Σεπτεμβρίου και Κεφαλληνίας.

Ο Πέτρος Θηβαίος είναι ο κύριος με τα γκρι. Κάθεται στο μπροστινό τραπέζι πάνω στον δρόμο. Καπνίζει τσιγάρα Leader κόκκινα, «τα πιο φθηνά», όπως έχει ζητήσει από την κοπέλα που δουλεύει στο ψιλικατζίδικο, διαβάζει εφημερίδα και πίνει εσπρέσο με λίγη ζάχαρη. Κάθεται πάντα μόνος. Στη γειτονιά τα τελευταία χρόνια δεν τον έχουν δει με παρέα. Ούτε με άντρα, ούτε με γυναίκα. Παλιά είχε έναν φίλο, δηλαδή όχι φίλο ακριβώς, νοικάρης του ήταν κι έγινε φίλος στην πορεία. Νοίκιαζε το διαμέρισμα του ισογείου και ήταν πολύ καλός ζωγράφος. Τον έλεγαν Κώστα Φωκά και ήταν άσος στις αντιγραφές έργων τέχνης. Ο Θηβαίος τον κυνηγούσε για τα νοίκια που δεν του πλήρωνε, αλλά όλοι ήξεραν ότι τον αγαπούσε και στο τέλος θα του τα χάριζε. «Τα έκανε αυτά ο Θηβαίος», λένε. Εδινε όπου μπορούσε και δεν ήθελε να το ξέρει κανείς. Ο Φωκάς έχει εξαφανιστεί τα τελευταία χρόνια. Στη γειτονιά άλλοι λένε ότι πήγε φυλακή κι άλλοι ότι κρύβεται στο Αγιον Ορος. Γεγονός είναι ότι αυτός ήταν ο τελευταίος φίλος του εκκεντρικού, μοναχικού κληρονόμου και ο μοναδικός που ήξερε τα μυστικά του.

O Πέτρος Θηβαίος ήταν λιγομίλητος σε όλη του τη ζωή. Δεν πήγε στο σχολείο της γειτονιάς κι έτσι δεν έκανε φίλους από τους κοντινούς δρόμους. Ούτε και στην αλάνα, όμως, πήγαινε να παίξει. Καθισμένος στα μαρμάρινα σκαλάκια της πολυκατοικίας, όταν ακόμα τα αυτοκίνητα που διέσχιζαν την 3ης Σεπτεμβρίου ήταν λιγοστά, παρατηρούσε τον κόσμο που περνούσε χωρίς να μιλάει. Ενα μοναχικό μικρό αγόρι με γκρίζα μάτια που αδιαφορούσε για τα παιχνίδια των άλλων παιδιών. «Η μάνα του», λένε στη γειτονιά όσοι θυμούνται τους Θηβαίους, «ήταν αριστοκράτισσα». Γόνος πλούσιας οικογένειας, εφοπλιστών με καταγωγή από τη Σαντορίνη, παντρεύτηκε τον Σπύρο Θηβαίο, διευθυντή στον ΟΤΕ, με δεύτερο γάμο. Λένε ότι ο Πέτρος ήταν γιος του πρώτου της άντρα αλλά ο Θηβαίος, ένας ψηλός πολύ όμορφος και πάντα καλοντυμένος κύριος, τον υιοθέτησε και του έδωσε το επίθετό του. Ο Θηβαίος δεν είχε την περιουσία της οικογένειας της γυναίκας του -δεύτερης εξαδέλφης των Νομικών με ακίνητα σε Αθήνα, Σαντορίνη, Σκόπελο αλλά και στο Λονδίνο-, αλλά τον είχε τον τρόπο του κι αυτός. Καλοπληρωμένος δημόσιος υπάλληλος με υψηλή θέση στην ιεραρχία και φρεσκοσιδερωμένα λευκά πουκάμισα, μεγαλωμένος σε μια αστική οικογένεια, είχε στην ιδιοκτησία του ολόκληρη την πολυκατοικία της 3ης Σεπτεμβρίου 157, αλλά και άλλη μία επί της οδού Πατησίων.

Πολλά πρωινά οι γείτονες έβλεπαν τον Σπύρο Θηβαίο να κρατάει από το χέρι τον γιο του Πέτρο και να πηγαίνουν με τα πόδια να μαζέψουν τα νοίκια από τα διαμερίσματα. Κατά την επιστροφή τους στο σπίτι, σταματούσαν πάντοτε οι δυο τους για ένα γλυκό. Αυτές ήταν οι πιο πολύτιμες στιγμές τους. Κι ενώ τα χρήματα δεν έλειπαν ποτέ από το σπίτι των Θηβαίων, τα χαμόγελα δεν ήταν συχνά. Κανείς δεν θυμάται το διαμέρισμα του πρώτου ορόφου να ανοίγει για να υποδεχτεί καλεσμένους -σε μια εποχή που οι βεγκέρες ήταν αγαπημένη διασκέδαση-, όπως ουδείς θυμάται να βγαίνουν απ’ αυτό το σπίτι μουσικές ή μυρωδιές από γλυκά στον φούρνο. Μια αξιοπρεπής ήσυχη οικογένεια που πιστεύει ότι ο αληθινά πλούσιος και αριστοκράτης δεν επιδεικνύει τον πλούτο και την καταγωγή του. Με αυτές τις σκέψεις στο μυαλό ο Πέτρος Θηβαίος μεγαλώνει και τελειώνει το σχολείο με άριστα. Του αρέσουν οι τέχνες, η ποίηση, η λογοτεχνία, η ζωγραφική. Διαβάζει πολύ και πηγαίνει σε γκαλερί τέχνης και εκθέσεις.

Παρ’ όλα αυτά δεν προσπαθεί ούτε να σπουδάσει, ούτε να δουλέψει. «Μόνο μια φορά», λένε, «προσπάθησε να μπει στο Δημόσιο, δεν τα κατάφερε και τα παράτησε». Το μοναχικό παιδί με τα γκρίζα μάτια που μεγάλωσε τα είχε όλα εκτός από όνειρα. Ετσι συνέχιζε να μένει με τους γονείς του στο διαμέρισμα του πρώτου ορόφου της 3ης Σεπτεμβρίου και να πηγαίνει πλέον μόνος στα διαμερίσματα να μαζεύει τα νοίκια. Αυτή θα ήταν η δουλειά του, να μαζεύει τα νοίκια. Τέσσερα διαμερίσματα στην 3ης Σεπτεμβρίου και άλλα τόσα στην Πατησίων, μαζί με την περιουσία από την οικογένεια της μητέρας του, θα εξασφάλιζαν μια άνετη ζωή στον έτσι κι αλλιώς ολιγαρκή Πέτρο Θηβαίο που δεν κάθισε ποτέ στην απέναντι ταβέρνα να φάει, δεν αγόρασε ποτέ κάτι περισσότερο από ένα πακέτο φθηνά τσιγάρα και δεν ήπιε ποτέ δεύτερο καφέ.

Μόνο καμιά φορά, κι αυτή ήταν η μεγαλύτερη εξτραβαγκάντζα του, έφευγε ταξίδια στο εξωτερικό. Σε κάποιους είχε πει ότι πηγαίνει στο Λονδίνο, όπου έχει συγγενείς, αλλά ήταν πολύ μυστικοπαθής για να αποκαλύψει περισσότερα.

Κατέβαινε από την πολυκατοικία με τη βαλίτσα του, σταματούσε ένα ταξί στον δρόμο -αυτοκίνητο δεν είχε- και χανόταν στους δρόμους της Αθήνας. Οταν επέστρεφε έπειτα από μερικές ημέρες δεν είχε τίποτα να διηγηθεί. Μόνο απέναντι, στο καφέ, καμιά φορά άφηνε να εννοηθεί ότι εκεί που πήγαινε είχε δουλειές, ότι συναντούσε δικούς του ανθρώπους, ότι μπορεί και να είχε μετοχές σε ναυτιλιακή εταιρεία -κληρονομιά της μητέρας του- και ότι είχε αρκετά χρήματα για να κάνει μια επένδυση κάπου στην Ευρώπη, γιατί με τα νοίκια δεν έβλεπε μέλλον. Εκεί, σε μια συζήτηση που κράτησε ώρες, είπε σε κάποιον ότι είναι τρίτος ξάδερφος των Νομικών από τη μεριά της μάνας του. Στο μεταξύ η Αθήνα μεταμορφωνόταν. Ο ερχομός των ξένων στη γειτονιά είχε αλλάξει τις ισορροπίες και ο μοναχικός Πέτρος Θηβαίος, που είχε μάθει να βλέπει τις ίδιες φιγούρες να περνάνε έξω από το παράθυρό του, τρόμαζε με αυτές τις αλλαγές. Οι Eλληνες νοικάρηδες έφευγαν ο ένας μετά τον άλλο, τα διαμερίσματά του άδειαζαν και οι δρόμοι γέμιζαν με λαθρομετανάστες που κανείς στη γειτονιά δεν είχε ξαναδεί.

Μικροζημιές, μικροκλοπές, τζάμια αυτοκινήτων που σπάνε τις νύχτες και φωνές σε γλώσσες άγνωστες κάνουν τον Πέτρο Θηβαίο να κλειστεί ακόμη περισσότερο στο καβούκι του. Μόνος σ’ ένα σπίτι γεμάτο φαντάσματα και κορνίζες με παλιές φωτογραφίες, έχει αρχίσει να φοβάται. Το εξομολογείται σε μια γυναίκα στη γειτονιά. Δεν του αρέσει, λέει, έτσι όπως έχει γίνει η Αθήνα και δεν νιώθει καθόλου ασφαλής πια. Ο Θηβαίος αποφασίζει να νοικιάσει το διαμέρισμα του Φωκά, που στο μεταξύ έχει εξαφανιστεί από προσώπου Γης, σε μια ξένη. Είναι μια νεαρή γυναίκα από την Ουκρανία. Ο Θηβαίος τη συμπαθεί πολύ και τη βοηθάει. Τους τελευταίους τρεις μήνες εκείνη και ο Γεωργιανός σύντροφός της δεν μπορούν να του πληρώσουν τα νοίκια. Ο Θηβαίος δείχνει κατανόηση. Του είναι ευχάριστο που νιώθει την παρουσία ανθρώπων στον κάτω όροφο.

Του Πέτρου Θηβαίου μπορεί να μην του αρέσει να μιλάει, του αρέσει όμως να ακούει. Αν ο συνομιλητής του έχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία να διηγηθεί, μπορεί να κάθεται ώρες ολόκληρες και να τον ακούει. Απλώς όταν θα έρθει η σειρά του να μιλήσει θα σηκωθεί ευγενικά από την καρέκλα του και θα πάει στο σπίτι του για να μείνει μόνος. Ετσι είναι ο Πέτρος Θηβαίος με τα γκρι κοστούμια. Και έτσι ακριβώς κάνει όταν αποφασίζει ότι δεν θέλει να ζει άλλο. «Εγώ θα φύγω ένα ταξίδι και δεν ξέρω αν θα γυρίσω και πότε θα γυρίσω», λέει στην Ουκρανή νοικάρισσά του ένα μεσημέρι που εκείνη γυρίζει από τη δουλειά. «Εσύ μπορείς να μείνεις στο σπίτι όσο θέλεις κι αν έρθει κανείς και σ’ ενοχλήσει θα πεις ότι έχεις συνεννοηθεί μαζί μου».

Ο Πέτρος Θηβαίος τη χαιρετάει όπως κάθε φορά, ανεβαίνει στον πρώτο όροφο, μπαίνει στο διαμέρισμά του και κλειδώνει την πόρτα πίσω του. Είναι 10 Σεπτεμβρίου και έχει αποφασίσει να τελειώνει μ’ όλα αυτά. Με τα λεφτά του, τους συγγενείς του, τα νοίκια, τους ξένους που του χάλασαν τη γειτονιά, την κρίση, τον φόβο ότι θα χάσει όλα όσα με τόσες στερήσεις μάζεψε. Γιατί δεν τα χάρηκε τα λεφτά του ο Πέτρος Θηβαίος. Πάντα τα μετρούσε και πάντα τα μάζευε. Για έναν μελλοντικό σκοπό, για μια μελλοντική χαρά που του είχαν τάξει και ποτέ δεν ήρθε. Γι’ αυτό και είχε φτάσει να μισεί τα λεφτά του. Και να μισεί κι όλους αυτούς που τον έπεισαν ότι τα χρειάζεται. Ετσι αποφάσισε να τα καταστρέψει, να τα κάνει κομμάτια πριν του τα πάρουν το κράτος ή οι κλέφτες. Μετά, θα έβαζε τέρμα στη ζωή του.

Ετσι ξεκίνησε να μαζεύει τα χρήματά του από τις τράπεζες. Κάθε μέρα τα τελευταία πρωινά της ζωής του έκανε αναλήψεις μετρητών από τα υποκαταστήματα που είχε τις καταθέσεις του. Οταν τα μάζεψε όλα, περίπου 100.000 ευρώ, έκανε τις δύο τελευταίες αγορές του. Αγόρασε έναν καταστροφέα εγγράφων, το μηχάνημα που κόβει τα χαρτιά σε λωρίδες, κι ένα 38άρι περίστροφο. Με το πρώτο θα κατέστρεφε τη ζωή του. Με το δεύτερο θα την τελείωνε.

Ενας άνθρωπος που δεν ήθελε να υπάρχει
Εκείνο το πρωινό, στις 11 Σεπτεμβρίου, ξύπνησε νωρίς. Είχε πολλή δουλειά να κάνει και ήθελε να τελειώνει με όλα πριν από το μεσημέρι που θα γύριζαν από τις δουλειές τους οι ένοικοι της πολυκατοικίας. Ξεκίνησε να περνάει τα χαρτονομίσματα από τον καταστροφέα εγγράφων και κατόπιν να τα καίει. Χαρτονομίσματα των 50, 100, 200 και 500 ευρώ ανακατωμένα με λίρες Αγγλίας. Στην αρχή καθόταν στο σαλόνι, μετά πήγε στην κουζίνα, μετά στην κρεβατοκάμαρα, στο σκοτεινό δωμάτιο των γονιών του που δεν άνοιγε ποτέ, στην τουαλέτα, στο χολ του διαμερίσματος. Ηθελε να γεμίσει με τα σκισμένα χαρτονομίσματα όλο το διαμέρισμα. Να εκδικηθεί κάθε γωνιά του, να τελειώνει με τις αναμνήσεις αυτών που δεν έκανε. Τα λεφτά που δεν ξόδεψε, τη γυναίκα που δεν ερωτεύτηκε, τα παιδιά που δεν απέκτησε, τα βράδια που δεν γλέντησε. Ενα παιδί με γκρίζα μάτια που μεγάλωσε για να γίνει ένας γκρίζος άνθρωπος.

Οταν έκοψε και το τελευταίο χαρτονόμισμα, ο Πέτρος Θηβαίος αποφάσισε να ξαναγυρίσει στο σαλόνι. Είχε έρθει η ώρα για την τελευταία σκηνή του σχεδίου του. Πήρε το 38άρι και όρθιος στο κέντρο του σαλονιού του διαμερίσματος της 3ης Σεπτεμβρίου που μεγάλωσε, με σκισμένα και καμένα χαρτονομίσματα κάτω από τα πόδια του, μπροστά στις ασπρόμαυρες φωτογραφίες των γονιών του, πάτησε τη σκανδάλη. Κανείς δεν άκουσε τίποτα. Ο ήχος του πιστολιού χάθηκε μέσα στη φασαρία του κέντρου της Αθήνας. Ενας θάνατος απαρατήρητος.

Η Αστυνομία μπήκε στο διαμέρισμα του Πέτρου Θηβαίου μία εβδομάδα μετά τον πυροβολισμό. Τους ειδοποίησε η Ουκρανή του κάτω ορόφου. Κάτι μύριζε πολύ άσχημα μέσα στην πολυκατοικία, που έφερνε αναγούλα σε όποιον πλησίαζε. Ο ιατροδικαστής αποφάνθηκε αμέσως ότι πρόκειται για περίπτωση αυτοχειρίας. Ο Πέτρος Θηβαίος δεν είχε αφήσει καμία αμφιβολία για την απόφασή του. Οπως δεν άφησε και κανένα σημείωμα. Δεν ήθελε να εξηγήσει σε κανέναν γιατί αποφάσισε να πεθάνει. Εξάλλου τα σκισμένα χαρτονομίσματα, πολλά από αυτά ήταν καμένα, ήταν αρκετά για να δώσουν την απάντηση σε όποιον μπορεί να αναρωτιόταν. Αυτός ο ίδιος θα έμενε αμίλητος ακόμη και τώρα. Στον τάφο του Πέτρου Θηβαίου στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών δεν υπάρχει γραμμένο το όνομά του.

Υπάρχει μόνο ένα μικρό στεφάνι με λουλούδια που έχουν μαραθεί. «Στον αγαπημένο μας ξάδελφο», είναι τυπωμένο πάνω στην ασημένια κορδέλα. Είναι το μοναδικό σημάδι που μαρτυρά ότι εκεί βρίσκεται ένας άνθρωπος που δεν ήθελε να υπάρχει.


protothema.gr