Η πρόσφατη επίσκεψη της γερμανίδας καγκελαρίου μπορεί να είναι αφετηρία για ακριβείς παρατηρήσεις, ορθιές εκτιμήσεις και στοχαστικές αξιολογήσεις. Οι διαδηλωτές ήταν πολλοί και τα επεισόδια ελάχιστα. Αποδείχθηκαν, όμως, κατώτεροι των προσδοκιών των οργανωτών. Οι εικόνες πάλι των συγκρούσεων και των καταστροφών έκαναν το γύρο του κόσμου. Και αυτήν τη φορά. Οι απανταχού «κίτρινοι» το γιόρτασαν. Και στην Ελλάδα και στο εξωτερικό. Ειδικά στη Γερμανία.

Δεν έπρεπε να περιμένουμε τίποτα το περισσότερο από τα λόγια, που ειπώθηκαν επίσημα, και τις ημι-επίσημες διαρροές, που τα συνόδευσαν. Μπορούμε να ελπίζουμε. Αυτό ήταν το κεντρικό μήνυμα. Αρκεί να συμπεριφερθούμε έντιμα. Συνολικά. Ως πολιτική τάξη, ως κοινωνία και ως λαός. Γιατί δεν μας πιστεύουν. Γιατί δεν εμπιστεύονται την υπογραφή μας.

Ήταν επιβεβλημένες οι διαδηλώσεις. Ήταν αναπόφευκτες οι διαμαρτυρίες και οι φραστικές ή οπτικές υπερβολές τους. Δεν χωνεύεται εύκολα μια συνολική μείωση των εισοδημάτων μας κατά το ένα τέταρτο έως το ένα τρίτο. Δεν αντέχεται ένας στους τέσσερις να είναι άνεργος. Τρομάζει ο ένας στους δύο νέους άνεργος. Έπρεπε η Άγκελα Μέρκελ να νιώσει την ανάσα, την αγωνία και τον πόνο του λαού μας. Και, μέσα από αυτήν, όλη η Ευρώπη και όλοι οι ευρωπαίοι ηγέτες.

Από την άλλη, πρέπει να προχωρήσουμε και σε μία άλλη ανάγνωση των ίδιων γεγονότων. Το συνδικαλιστικό και πολιτικό κίνημα και σύστημα έδειξαν τις τεράστιες αδυναμίες τους. Η ικανότητά τους λαϊκών κινητοποιήσεων έχει υπονομευθεί. Για τρεις λόγους: για τον χύμα και ακραίο ακτιβισμό ορισμένων συνδικαλιστών και συγκεκριμένων πολιτικών ηγεσιών. Για την ανυπαρξία ενιαίας και πλατιάς ιδεολογικής βάσης. Και για την έλλειψη προοπτικής της ακατάσχετης συνθηματολογίας τους. Δεν γεμίζουν πια όλες τις μεγαλές πλατείες. Οι βραδυπορούντες διαδηλωτές δεν μπορούν καν να γεμίσουν τη μικρή οθόνη. Και οι μεγάλες λεωφόροι αδειάζουν πολύ γρήγορα. Προφανώς το συνδικαλιστικό κίνημα βρίσκεται σε πανικό. Και οδηγείται σε αδιέξοδο. Καταφανώς η συντριπτική πλειοψηφία του πολιτικού συστήματος έχει διολισθήσει στη φάση πολιτικού και ιστορικού «Αλτσχάϊμερ». Ουσιαστικά δεν δρα.

Αν τα κορυφαία στελέχη των υπαρκτών πολιτικών δυνάμεων αδυνατούν να κατανοήσουν τις μεγάλες ανατροπές των τελευταίων ετών, ακόμα πιο προκλητική και πιο κραυγαλέα είναι η αντίστοιχη αδυναμία του οικονομικού κατεστημένου της χώρας και αρκετών κοινωνικών φορέων. Συμπεριφέρονται σα να μην έχει συμβεί τίποτα. Προσδιορίζουν τους ρόλους τους σα να μην έχουν ευθύνη για ό,τι έχει συμβεί. Ιστορικά «λουφάζουν».

Κρυμμένοι συνήθως, και σιωπηλα κατά κανόνα, αναμένουν την επάνοδο στον τελεσίδικα χαμένο παράδεισο των τελευταίων δεκαετιών.

Βασική αιτία αυτού του πολιτικού κοινωνικού και ιδεολογικού αδιεξόδου μας είναι ο επαρχιωτισμός με τον οποίο αντιμετωπίζουμε τις κοσμογονικές αλλαγές σε όλο τον κόσμο.

Δεν θελήσαμε να αναγνωρίσουμε ότι η διάσταση ανάμεσα στην Ανατολή και τη Δύση έχει φτάσει στο τέλος της. Σε μεγάλο βαθμό. Τουλάχιστον στον ευρύτερο ευρωπαικό χώρο.

Δεν θελήσαμε να κατανοήσουμε το ιστορικό βάθος των αλλαγών που συνεπάγεται η πορεία προς την Ενωμένη Ευρώπη. Από το 1945 και μετά, η συμφιλίωση Γερμανίας και Γαλλίας έγινε πραγματικότητα. Τα εκατομμύρια των νεκρών και η λάβα των καταστροφών του Δεύτερου Παγκοσμίου Πολέμου έδειξε σε όλους τους ευρωπαϊκούς λάους την ανάγκη για μια νέα Ευρώπη.

Η απονομή του βραβείου Νόμπελ Ειρήνης στην Ευρωπαϊκή Ένωση έχει πολλαπλά μηνύματα. Δεν περιορίζεται μόνο στην προώθηση της ειρήνης. Ούτε θεωρεί αυτάρκη την ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών. Δεν αντικατέστησε μόνο τον πόλεμο με την ειρήνη. Προωθεί σταθερά, στη θέση του μίσους και των παράλογων εθνικισμών, την αλληλεγγύη. Και τα ανθρώπινα δικαιώματα. Όπως το δικαίωμα στην αξιοπρέπεια και στην εργασία.

Αυτό είναι το επόμενο μεγάλο στοίχημα των όποιων πρωτοβουλιών της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Για το σύνολο των λαών του ευρωπαϊκού Νότου.

Αντώνης Ν. Βγόντζας


Εφημερίδα Πρώτο Θέμα, Κυριακή 14.10.2012