Το καμαρίνι του στο κλαμπ της Πάτρας είναι μικρό. Ενας στενός καναπές, μια καρέκλα, ένα τραπέζι και η κρεμάστρα με τα ρούχα του. Ο Λάμπης ρίχνει μια τελευταία ματιά στον καθρέφτη προτού βγει στη σκηνή, και αυτό που βλέπει δεν του αρέσει. Τα μάτια του είναι πρησμένα. Εκλαιγε σε όλο τον δρόμο από Αθήνα για Πάτρα. Το βλέμμα του είναι άδειο, θλιμμένο. Φτιάχνει λίγο τα μαλλιά του και κάνει μια προσπάθεια να χαμογελάσει. Τη χρειάζεται αυτή τη δουλειά και την αγαπάει. Ηταν το όνειρό του να βρίσκεται στη σκηνή. Να τραγουδάει. Γιατί δεν μπορεί πια να το ευχαριστηθεί; Γιατί νιώθει τόσο απογοητευμένος;

Η πόρτα στο καμαρίνι χτυπάει, είναι ο υπεύθυνος της σκηνής. Είναι η ώρα να βγει. Ακούγονται οι πρώτες νότες του «Σκόρπια ζωή» και τα φώτα σβήνουν. Οταν θα ξανανάψουν, ο Λάμπης θα είναι και πάλι το αιώνιο χαρούμενο ποπ είδωλο που δεν μεγαλώνει ποτέ, που έχει αυτή την τρομερή επικοινωνία με το κοινό και την ενέργεια 20χρονου πάνω στη σκηνή. Ξεκινάει να τραγουδάει τις επιτυχίες του. Ο κόμπος στον λαιμό του τον εμποδίζει. Ωστόσο κανείς μέσα στο κλαμπ δεν υποψιάζεται το παραμικρό. Κανείς δεν νιώθει την απελπισία του. Και μόνο πολύ αργότερα, όταν θα γίνει γνωστή η είδηση ότι ο Λάμπης Λιβιεράτος νοσηλεύεται σε ψυχιατρική κλινική έχοντας καταρρεύσει ψυχολογικά, το κοινό θα καταλάβει ότι τα μάτια του την ώρα που τραγουδούσε δεν ήταν κόκκινα από τον καπνό.

Μέχρι εκείνη την ημέρα κανείς δεν ήξερε ότι ο Λάμπης υποφέρει απογοητευμένος για το τέλος του γάμου του με την Εύη Αδάμ και όσα είχαν προηγηθεί, ότι κοιμάται φιλοξενούμενος σε σπίτια φίλων για να μη μένει μόνος, ότι ζει με την αγωνία αν ο μεγάλος του αδελφός αυτοκτονήσει, όπως απειλούσε, και ότι εκείνη η απόφαση που πήρε κάποτε να ανοίξει ένα μπαρ στην Αγία Παρασκευή με δύο συνεταίρους τον κατέστρεψε οικονομικά. Ο Λάμπης που κάποτε τα είχε όλα, τώρα δεν έχει τίποτα. Και φοβάται. Οταν τον περασμένο Ιούλιο ο αδελφός του Ανδρέας πάσχοντας από κατάθλιψη πραγματοποίησε την απειλή του και έπεσε στο κενό βυθίζοντας την οικογένεια στα ερωτήματα και στο πένθος, ο Λάμπης άρχισε να φοβάται ακόμη περισσότερο. Αυτή τη φορά τον εαυτό του.

Το διαζύγιο και ο θάνατος του αδελφού του

Οι φίλοι του τότε τον έπεισαν να ζητήσει βοήθεια. Χρειαζόταν ψυχίατρο, κάποιον που θα μπορούσε να τον σώσει από την κατάθλιψη. Κινδύνευε και έπρεπε να κάνει κάτι. Ηταν φανερό ότι δεν μπορούσε να αντεπεξέλθει. Ο Λάμπης πήγαινε ήδη σε ψυχολόγο από το περασμένο Πάσχα προσπαθώντας να ξεπεράσει το διαζύγιό του από την Εύη Αδάμ και να διαχειριστεί το γεγονός ότι εκείνη είχε πια προχωρήσει στη ζωή της με έναν άλλον άντρα. Να δεχτεί ότι η σχέση τους τελείωσε οριστικά πριν από περίπου δύο χρόνια, ακριβώς την ίδια περίοδο που ξεκινούσαν τα οικονομικά τους προβλήματα, και ότι ο μόνος λόγος που εξακολουθούσαν να μένουν μαζί ήταν οι δύο κόρες τους. Η Εύη, λένε, δεν συγχώρησε στον Λάμπη ότι είχε πάρει στο όνομά του όλες τις οικονομικές υποχρεώσεις του μπαρ «LAVMI» στην Αγία Παρασκευή υπογράφοντας δάνεια και επιταγές και ότι ήταν εκείνος που κλήθηκε να πληρώσει όταν τα πράγματα δεν πήγαν καλά, βάζοντας σε κίνδυνο την οικογενειακή τους περιουσία και το σπίτι τους.

Φήμες λένε ότι οι καβγάδες τους γι’ αυτό το θέμα ήταν ομηρικοί, με την Εύη να τον κατηγορεί ότι φέρθηκε ανεύθυνα και ανώριμα και εκείνος να της απαντάει ότι δεν τον βοηθάει στην προσπάθειά του να βρει μια λύση. Τα προβλήματα διέλυαν τον γάμο τους και μαζί και την ψυχολογία του Λάμπη. Εκείνος ο άντρας που τα κορίτσια έκαναν ουρές έξω από το καμαρίνι του, που ζούσε μια ροκ, ξέφρενη ζωή, που τον είχε ερωτευτεί η Αννα Βίσση, που τραγουδούσε με τη Μαρινέλλα και τον Βοσκόπουλο, που μπορούσε να διαπραγματεύεται μεγάλα μεροκάματα και να κάνει ακριβά δώρα δεν υπήρχε πια. Και τίποτα δεν ήταν πια ίδιο. Ούτε καν η σχέση τους. Ο Λάμπης ένιωθε ότι απέτυχε. Οτι τελείωσε. «Νιώθω ότι είμαι στο πάτωμα. Και ότι είμαι μόνος», εκμυστηρεύτηκε σε φίλο του… Αποφάσισε να φύγει για λίγες ημέρες στη Σουηδία. Πίστεψε ότι μακριά από τα προβλήματα ίσως να έβρισκε μια λύση. Ή τουλάχιστον να έβρισκε τον εαυτό του. Και τότε ακριβώς συνέβη αυτό που πάντα φοβόταν. Ο μεγάλος αδελφός του αποφάσισε να πηδήξει στο κενό βαριά άρρωστος από την κατάθλιψη. Ο εφιάλτης είχε γίνει πραγματικότητα και δεν μπορούσε να κάνει τίποτα για να το αλλάξει. Ούτε να το προλάβει, ούτε να το σταματήσει. Το μόνο που ήταν στο χέρι του Λάμπη ήταν να σώσει πια τη δική του ζωή.

Η απόφαση του να νοσηλευτεί

Ο ψυχίατρος συνέστησε στον Λάμπη Λιβιεράτο δύο πράγματα: να νοσηλευτεί σε ψυχιατρική κλινική και να διακόψει κάθε επικοινωνία με την πρώην σύζυγό του Εύη Αδάμ. Αν ήθελε να βρει την ισορροπία του έπρεπε να προσπαθήσει να τα καταφέρει μακριά της, μόνο με τις δικές του δυνάμεις. Εξάλλου, κανείς δεν μπορούσε να εγγυηθεί ότι η επαφή τους δεν θα οδηγούσε πάλι σε καβγάδες και αλληλοκατηγορίες. Ο Λάμπης έκανε ακριβώς ό,τι του είπε ο γιατρός. Αυτό που έβλεπε στον καθρέφτη, έλεγε, δεν του άρεσε καθόλου και ήθελε να το αλλάξει. Ηθελε να μπορεί να ξανατραγουδήσει. Ηθελε να μπορεί να είναι πατέρας για τις κόρες του. Ηθελε να μάθει να αντέχει. «Ζήτησα μια ιατρική βοήθεια όπως χιλιάδες κόσμος. Μπήκα στην ψυχιατρική κλινική με συμβουλή του γιατρού μου και δική μου πρωτοβουλία. Πηγαίνεις πια στα φαρμακεία και βλέπεις ότι ένα συγκεκριμένο είδος φαρμάκων είναι σε έλλειψη. Πάρα πολλοί άνθρωποι πια παίρνουν αντικαταθλιπτικά. Δεν είναι σπάνιο, ούτε ασυνήθιστο. Ετσι έγινε και με μένα. Στο νοσοκομείο είδα ανθρώπους με πολύ πιο σοβαρά προβλήματα από τα δικά μου, που περνάνε πολύ πιο δύσκολα από μένα. Γι’ αυτό δεν θέλω να μπω σε λεπτομέρειες για τα δικά μου θέματα που είναι γνωστά. Χρειάστηκα ιατρική βοήθεια και τη ζήτησα. Τώρα είμαι πολύ καλύτερα. Είμαι μια χαρά», λέει ο Λάμπης Λιβιεράτος στο «ΘΕΜΑ» και συμπληρώνει με τη φωνή του να ακούγεται αποφασιστική: «Είμαι καλά, το παλεύω, αλήθεια. Είναι δύσκολη αυτή η περίοδος για όλους. Προσπαθώ να δω τα πράγματα με ψυχραιμία για να μπορέσω να αντιμετωπίσω τα προβλήματα. Προσπαθώ. Θα τα καταφέρω και θα σταθώ στα πόδια μου».

Ο Λάμπης έμεινε στην ψυχιατρική κλινική του νοσοκομείου «Σωτηρία» σχεδόν έναν μήνα. Ανάμεσα στις εξετάσεις και τις ώρες της ξεκούρασης έπαιζε επιτραπέζια και διάβαζε λογοτεχνία. Θα προτιμούσε να μην είχε μάθει κανείς ότι βρισκόταν εκεί. Μακάρι, λέει, να μπορούσε να κρυφτεί. Ο Λάμπης δεν άφησε κανέναν να τον δει στο δωμάτιό του στο νοσοκομείο... Κανείς δεν μπήκε μέσα. Κανείς δεν τον είδε ξαπλωμένο στο κρεβάτι. Οι φίλοι του, ακόμη και οι πιο κοντινοί, έφταναν μέχρι τον κήπο του «Σωτηρία». Καμιά φορά, λένε, ήταν λίγο περισσότερο ταραγμένος και ζητούσε να μείνει μόνος. Αλλες πάλι πιο ήρεμος, έλεγε ιστορίες από τα παλιά και αστεία πίνοντας καφέ.

Αυτές τις ημέρες ο Λάμπης, ο οποίος έχει πάρει εξιτήριο από το νοσοκομείο, φιλοξενείται στο σπίτι κάποιου φίλου του στην Κηφισιά και συναντάει μόνο μερικούς πολύ κοντινούς ανθρώπους και τις δύο κόρες του. Δεν έχει αποφασίσει τι θέλει να κάνει, μόνο να σταθεί στα πόδια του. «Είχα μεγάλη βοήθεια από πολλούς ανθρώπους. Οι φίλοι μου μού στάθηκαν πάρα πολύ. Είμαι ευγνώμων», λέει. Οσο για την πρώην σύζυγό του Εύη Αδάμ δεν θέλει να πει πολλά. «Κάνει κι εκείνη ό,τι μπορεί. Οπως και εγώ».


protothema.gr