Το Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου (ΤΑΙΠΕΔ) είναι ένας φορέας που σχεδιάστηκε και υλοποιήθηκε για να επιταχύνει και να διεκπεραιώσει το μεγαλύτερο δυνατό ξεπούλημα του δημόσιου πλούτου και των δημόσιων επιχειρήσεων.

Το τελευταίο διάστημα συζητούνται στην Διαρκή Επιτροπή Οικονομικών Υποθέσεων αλλαγές και προσθήκες επί του νομοθετικού πλαισίου των ρυθμίσεων του ΤΑΙΠΕΔ με την « Πράξη νομοθετικού περιεχομένου : Κατάργηση ελάχιστου ποσοστού Ελληνικού Δημοσίου σε ΕΛΠΕ, ΔΕΗ, ΟΠΑΠ, ΟΔΙΕ, ΕΥΔΑΠ, ΕΥΑΘ, ΕΛΤΑ, Οργανισμό Λιμένος Πειραιώς, Θεσσαλονίκης, Αλεξανδρούπολης, Βόλου, Ελευσίνας, Ηγουμενίτσας, Ηρακλείου, Καβάλας, Κέρκυρας, Λαυρίου, Πατρών και Ραφήνας καθώς και η κατάργηση του άρθρου 11 του ν. 3631/2008 (Α’ 6 ) και άλλες επείγουσες ρυθμίσεις.»

Είναι πολύ σημαντικό να δούμε τι τροποποιήσεις είναι αυτές, για ποιο λόγο γίνονται και σε ποια κατεύθυνση.

Οι προσθήκες και οι τροποποιήσεις αυτές, που οδηγούν σε τεράστιες ζημιές των περιουσιακών στοιχείων της χώρας και μάλιστα ανεπιστρεπτί, έρχονται για ένα λόγο: να καλύψουν τυχόν αδυναμίες ή παραλείψεις που παρουσίαζαν οι διαδικασίες εκποίησης μέχρι σήμερα. Κοντολογίς, για να διευκολυνθούν οι ενδιαφερόμενοι έτσι ώστε, αυτές οι διαδικασίες να απλουστευθούν και από δω και πέρα να διεκπεραιώνονται μέσω fast track, χωρίς κανενός είδους περιορισμό. Έχουμε δηλαδή επίσπευση των αδειοδοτικών διαδικασιών των επενδυτών, όπως όμως και απαλλοτριώσεων, με το μικρότερο δυνατό κοινωνικό και θεσμικό έλεγχο.

Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι από τον ιδρυτικό νόμο 3986/2011 είχε ρυθμιστεί ότι όποιο περιουσιακό στοιχείο περιέρχεται στο ΤΑΙΠΕΔ δεν επιστρέφει στο δημόσιο. Το οποιοδήποτε χρηματικό έσοδο από την κάθε μορφής εκμετάλλευσή του από το ΤΑΙΠΕΔ, οδηγείται απευθείας στην εξυπηρέτηση του χρέους. Αυτό ουσιαστικά σημαίνει ότι τα περιουσιακά στοιχεία του χαρτοφυλακίου του ΤΑΙΠΕΔ μπορούν να χρησιμοποιηθούν ανά πάσα στιγμή σαν εγγύηση στους δανειστές. Οι ρυθμίσεις αυτές επιμένουμε και δεν θα κουραστούμε να το λέμε, οδηγούν σε ανεπίστρεπτα αποτελέσματα με τεράστια ζημιά για τα περιουσιακά στοιχεία της χώρας.

Με αυτό το σχέδιο νόμου το ελληνικό δημόσιο δεν υποχρεούται πλέον να κρατά ένα μίνιμουμ συμμετοχής σε διάφορες επιχειρήσεις του δημοσίου. Μέσα σε αυτές συγκαταλέγεται και ο Οργανισμός Λιμένος Ηρακλείου.

Ειδικά το Ηράκλειο είναι ένα από τα μεγαλύτερα σε παραγωγικότητα λιμάνια της Ελλάδας, υπάγεται στα 10 λιμάνια εθνικής σημασίας και μάλιστα καίριας γεωστρατηγικής θέσης ενώ αποτελεί κύρια και σύγχρονη πύλη εισόδου τόσο επιβατών όσο και εμπορευμάτων. Έτσι μπορεί και πρέπει να αποτελέσει ένα δημόσιο, ευέλικτο φορέα και μοχλό ανάπτυξης της κρητικής και της εθνικής οικονομίας. Είναι γνωστό ότι η χωροθέτηση και η ανάπτυξη του λιμένος Ηρακλείου δεν προέκυψε από business plan, αλλά αποτέλεσε ιστορική επιλογή και αναγκαιότητα από τα μινωικά ακόμη χρόνια.

Η δική μας πολιτική θέση ενάντια στο ξεπούλημα της δημόσιας περιουσίας και της ιδιωτικοποίησης δεν σημαίνει ότι θέλουμε να παραμείνουμε στο ίδιο καθεστώς της αδιαφάνειας, της κακοδιαχείρισης, της δημιουργίας και εξυπηρέτησης πελατειακών σχέσεων με την εκάστοτε εξουσία. Αντίθετα εμείς επιδιώκουμε τη δημιουργία ενός λειτουργικού φορέα που με απόλυτη διαφάνεια και κοινωνικό έλεγχο θα διαχειρίζεται το σύνολο της δημόσιας περιουσίας και κατά συνέπεια και των λιμανιών.

Είναι πλέον σαφές ότι η παράδοση σημαντικών τομέων της οικονομίας μας και της δημόσιας περιουσίας στη βουλιμία του ιδιωτικού κεφαλαίου, δεν αποτελεί μοχλό ανάπτυξης, αλλά αντίθετα οδηγεί σε προοδευτική απώλεια της εθνικής κυριαρχίας .Μάλιστα, η απώλεια αυτή σε ό,τι αφορά στο λιμάνι του Ηρακλείου παίρνει ακόμη μεγαλύτερες διαστάσεις διότι πρόκειται για ένα λιμάνι που βρίσκεται στο κέντρο της νοτιοανατολικής λεκάνης της Μεσογείου, στη συμβολή τριών Ηπείρων και με γεωπολιτική σημασία.

Η παράδοση κρίσιμων λιμανιών της ελληνικής περιφέρειας σε ιδιωτικά συμφέροντα υποθηκεύει την τοπική ανάπτυξη, ενώ προκαλεί πολυποίκιλα και μεγάλα προβλήματα ασφάλειας για τη χώρα. Ενώ οι υποδομές αυτές θα έπρεπε να αποτελούν βασικά εργαλεία ανάπτυξης της εθνικής και της τοπικής οικονομίας, αντίθετα η πολιτική του ξεπουλήματος που ακολουθείται οδηγεί στην απαξίωση και στην υποβάθμιση του συνόλου της ελληνικής κοινωνίας, αφού στερεί πόρους από την κοινωνία και τους παραδίδει στον ιδιωτικό τομέα για να τους επενδύσει σε όποια Ελβετία κρίνει συμφέρον. Όσοι εφαρμόζουν αυτές τις πολιτικές, τις κατ’ ευφημισμόν ευνοϊκές για τον τόπο, είτε έχουν άγνοια κινδύνου είτε εκτελούν διατεταγμένη υπηρεσία.

Με αυτές τις πολιτικές που η τρικομματική κυβέρνηση εφαρμόζει , η τουριστική και η εμπορική πολιτική θα εξαρτάται αποκλειστικά από ξένα επενδυτικά συμφέροντα, τα οποία θα αποφασίζουν, κατά το δοκούν, το χρόνο και τον τρόπο διακίνησης όλων των προϊόντων.
Ιδιαίτερα στην Κρήτη όπου τα αγροτικά προϊόντα αποτελούν ένα σημαντικό κομμάτι της τοπικής, αλλά και της εθνικής οικονομίας, τεράστιο ζήτημα αποτελεί τόσο για την οικονομία όσο και για την κοινωνία, η αύξηση του κόστους μεταφοράς, μετακίνησης ανθρώπων και εμπορευμάτων αντίστοιχα.

Όσο λοιπόν μοναδικό κριτήριο αναπτυξιακής και νησιωτικής πολιτικής αποτελεί το ιδιωτικό συμφέρον και όχι το συμφέρον του κοινωνικού συνόλου, τα βάρη θα τα πληρώνει ο εργαζόμενος λαός. Ο ΣΥΡΙΖΑ-ΕΚΜ δεν νομιμοποιεί ούτε αναγνωρίζει τετελεσμένα στο ξεπούλημα της χώρας και θα αγωνιστεί για την αποτροπή της ιδιωτικοποίησης των λιμανιών μας. Η ελληνική κοινωνία συμπορεύεται μαζί μας, γιατί καμία κοινωνία δεν δέχεται να εκποιείται η περιουσία και η ιστορία της.

Μαρία Διακάκη
Βουλευτής Ηρακλείου ΣΥΡΙΖΑ
-ΕΚΜ