Η απλή λογική σύγκριση ανάμεσα στην εποχή του Έπους του '40 και στη σημερινή δεν αφήνει κανένα περιθώριο παρερμηνειών. Το 1940 η Ελλάδα μπήκε σε ένα πόλεμο που σε καμια περίπτωση δεν επέλεξε. Όντας όμως προσδεμένη στο άρμα των Μεγάλων Δυνάμεων από την εποχή του Όθωνα και μετέπειτα του Καποδίστρια και λόγω της στρατηγικής της θέσης στη Μεσόγειο, παρασύρθηκε στη δίνη του πολέμου και παρόλο που απέκρουσε την Ιταλία του Μουσολίνι, δεν μπορούσε να αντιταχθεί στις στρατιές της Βέρμαχτ.

Το "Όχι" του Μεταξά (ουσιαστικά δεν ήταν "όχι" αλλά η φράση, "λοιπόν, έχουμε πόλεμο" που είπε στον πρέσβη Γκράτσι όταν αυτός του ζήτησε προσχηματικά εδάφη της Ελλάδας για να τα χρησιμοποιήσει ο Ιταλικός στρατός), δεν ειπώθηκε για λόγους εντυπωσιασμού αλλά καθαρά για λόγους εθνικου φιλότιμου. Παρ' όλη την προσπάθεια αναδιοργάνωσης του Ελληνικού στρατού και τις ασφαλέστατες πληροφορίες που είχε ο Μεταξάς για επικείμενη επίθεση των Ιταλών, η Ελλάδα είχε σημαντικές ελλείψεις σε όπλα και πολεμοφόδια σε σχέση με τον Ιταλικό στρατό.

Η τότε νίκη λοιπόν της Ελλάδας απέναντι στο φασισμό επετεύχθη κυρίως διότι οι Έλληνες έδωσαν ένα αγώνα "υπέρ βωμών και εστιών" και θεωρούσαν το φασισμό ως σκότια δύναμη (παρόλο που ο Μεταξάς ηγείτο ανάλογου ολοκληρωτικού καθεστώτος) και κατάλαβαν οτι το παιχνίδι ήταν προσχεδιασμένο και τα γεγονότα τετελεσμένα. Για αυτό αγωνίστηκαν και νίκησαν. Η ιδέα του "Όχι" ήταν σαν την πάλη ανάμεσα στο καλό και το κακό, στο δίκαιο και το άδικο.

Η εορτή της 28ης Οκτωβρίου λοιπόν αυτό το σκοπό έχει. Να θυμίσει οτι στην ανθρωπότητα δεν πρέπει να υπερισχύουν ο ολοκληρωτισμός, το μίσος μεταξύ των λαών, ο πόλεμος και οι εθνοκαθάρσεις.

Τα τελευταία όμως 2 χρόνια και με αφορμή την κοινωνικο-οικονομική κρίση πολλοί Έλληνες επιλέγουν εθνικές εορτές όπως της 28ης Οκτωβρίου ή της 25ης Μαρτίου για να εκφράσουν οργή και διαμαρτυρία όχι κατά του φασισμού αλλά κατά πάντων που κατά τη γνώμη τους ευθύνονται για την καταρράκωση της εθνικής αξιοπιστίας και την επιδείνωση του βιοτικού τους επιπέδου.

Είναι βέβαια καλώς γνωστό οτι τα τεράστια οικονομικά "ανοίγματα" της κοινωνίας προ του 2009 δεν έγιναν από εμβόλιμους πράκτορες της Μοσάντ, των Ρότσιλντ, των Μόνταγκιου ή άλλων ανθελληνικών κέντρων. Ολόκληρη η χώρα σχεδόν ζούσε σε ένα ρυθμό οικονομικής παραζάλης και όταν πλέον έγινε φανερό οτι δεν μπορούσαμε να αποπληρώσουμε τα δανεικά, το έδαφος χάθηκε κάτω από τα πόδια απαξάπασης της Ελληνικής κοινωνίας με τα γνωστά αποτελέσματα: Την έκπτωση της χώρας από τη βαθμίδα των ανεπτυγμένων κρατών και το "φλέρτ" της με τη σφαίρα των αναπτυσσόμενων όπου και ανήκε 30 χρόνια πριν καθώς και την κηδεμονία της από κέντρα εκτός Ελλάδας.

Προφανώς και είναι άστοχο να δαιμονοποιούνται συνεχώς οι πολιτικοί, οι σπάταλοι συμπολίτες μας, η κουλτούρα του λαϊφ στάϊλ και οι παντοειδείς "φούσκες" στις οποίες αρέσκονταν να διαβιούν και να ονειρεύονται διάφορα, κυρίως κατώτερα, κοινωνικά και μεσαία στρώματα. Είναι φανερό οτι αμφότεροι οι πολιτικοί μα και οι πολίτες έχουν πιεί το πικρό ποτήρι του απότομου "ξυπνήματος" από τα κούφια όνειρα που έβλεπαν. Και για αυτό δεν πρέπει οι Ευρωπαίοι και οι νυν κυβερνώντες να τεντώνουν το σχοινί επιπλέον. Και πρέπει να καταστεί σαφέστατο στον κ. Σοϊμπλε και σε όλους τους συν αυτώ οτι κανείς λαός δεν μπαίνει με το ζόρι στο καθαρτήριο. Ώς Προτεστάντης ο κ. Σοϊμπλε γνωρίζει καλύτερα οτι ο πρόγονός του Μαρτίνος Λούθηρος ακριβώς για αυτό έκανε τη Μεταρρύθμιση, διότι δεν πίστευε σε Καθαρτήρια ούτε στην Παπική εξουσία που επιβαλλόταν δια της βιας και του εκβιασμού.

Για αυτό, οι εθνικές εορτές πρέπει να είναι ημέρες εθνικής ομοψυχίας και όχι διχονοιών. Ως έθνος με μια φωνή πρέπει να πούμε οτι μάθαμε από τα λάθη μας και οτι δεν προτιθέμεθα να είμαστε ο αποδιοπομπαίος τράγος της Ευρώπης. Είναι ευνόητο οτι η 28η Οκτωβρίου δεν ανήκει σε κανένα: ούτε εθνικιστή, ούτε κομματικό στέλεχος, ούτε συνδικαλιστή, ούτε δημαγωγό. Ανήκει στη συλλογική ψυχή του έθνους μας και για αυτό δεν πρέπει να καπηλεύεται. Μπορεί κάλλιστα να αποτελέσει αφορμή εθνικής ανάτασης αλλά ποτέ διχασμού και πόλωσης.

Μια βόλτα άλλωστε στα χιονισμένα βουνά της Πίνδου θα αρκέσει για να υπενθυμίσει στους σύγχρονους Έλληνες οτι οι εκεί θαμμένοι νεκροί δεν πέθαναν για να μην τους κοπεί το επίδομα ή για να μην πληρώσουν φόρο, αλλά για την πανανθρώπινη αξία της ελευθερίας. Και αυτή πρέπει να μας ενθαρρύνει για να αναγεννηθούμε ως χώρα.

Μανόλης Μπουχαλάκης
Εκπαιδευτικός-Δημοσιογράφος