Δεν μπορούμε να ξέρουμε ποια θα είναι η κατάληξη της έντασης των ημερών. Ποιοι θα βιαιοπραγήσουν και ποιοι θα υποστούν τη βία. Ποιοι θα επιτεθούν. Και ποιοι θα κρατήσουν άμυνα. Ποιοι θα ανέβουν στις εξέδρες. Και ποιοι θα τους πετροβολήσουν. Έστω και φραστικά. Ποιοι θα σηκώσουν το ΟΧΙ! Και ποιοι θα το εκμεταλλευτούν. Ποιοι θα υψώσουν τα λάβαρα. Τα αληθινά των αγώνων! Και ποιοι θα τα ταπεινώσουν. Σέρνοντας τα σε διχαστικές αντιπαραθέσεις.

Ειλικρινά δεν μπορούμε, από τώρα, να βρούμε ποιος έχει δίκιο. Ούτε ποιον βαρύνει το άδικο. Όλοι έχουμε τα επιχειρήματά μας. Όλοι μας πιστεύουμε ότι είμαστε στη σωστή μεριά. Στις περιόδους των κρίσεων, όπως σωστά το είχε πρωτογράψει ο Θουκυδίδης, οι λέξεις χάνουν το νόημά τους. Να προσθέσουμε: Και τα επιχειρήματα επίσης. Πώς μπορείς να οικοδομήσεις ένα επιχείρημα, όταν δεν έχεις συμφωνήσει με τον άλλο το ακριβές περιεχόμενο των λέξεων με τις οποίες αρθρώνεις μία πρόταση ή έναν συλλογισμό;

Προφανώς βρισκόμαστε στη φάση δραματικής αλλοίωσης των επετείων και των γιορτών μνήμης. Είχαμε συνηθίσει να είναι αφορμές ενότητας. Σήμερα ο πειρασμός να μεταβάλλονται σε αφετηρία συγκρουσιακής αντιπαλότητας είναι αστόχαστα γοητευτικός. Έτσι, όμως, η έννοια, το συναισθηματικό και συνειδησιακό περιεχόμενο της Πατρίδας υποβαθμίζεται. Η Πατρίδα δε συγκινεί. Η Πατρίδα δε γεννά οράματα. Φωλιάζει ταπεινωμένη και περιφρονημένη στο χρονοντούλαπο της ιστορίας. Το πολύ – πολύ μετατρέπεται σε σημαία ευκαιρίας ακραίων πολιτικών συμπεριφορών. Ικανών για να συντρίψουν το ιδεολογικό περιεχόμενο της Πατρίδας.

Η Πατρίδα δε δοκιμάζεται μόνο από όλα αυτά. Είναι και η τεράστια ομίχλη της κρίσης. Η πολιτική, η οικονομική, ιδεολογική και θεσμική καθημερινότητα. Ο πολιτικός λόγος έχει περιορισμένο λεξιλόγιο. Απόδειξη της μεγάλης φτώχιας των ιδεών και των σκέψεων, που διακινούνται ή περιφέρονται. Τρανή απόδειξη, επίσης, και της αδυναμίας των πολιτικών στελεχών να αντιληφθούν και να κατανοήσουν τις δραματικές αλλαγές, που συμβαίνουν και βιώνουμε.

Δεν περιγράφεται με πιο ανάγλυφο τρόπο η οικονομική καθημερινότητα από τη μεγάλη στρατιά των ανέργων. Και ιδίως των νέων. Δεν τη σφραγίζει με τον πιο ανεξίτηλο τρόπο η επιμονή των κυρίαρχων οικονομικών και επιχειρηματικών δυνάμεων της χώρας στο ότι τίποτα δεν έχει αλλάξει. Φροντίζουν τους εσωτερικούς συσχετισμούς αγνοώντας ότι δεν υπάρχει επιστροφή στην σπάταλη ευμάρεια του χθες.

Αν ο πολιτικός λόγος είναι φτωχός, ο δημόσιος λόγος των λοιπών δυνάμεων δεν έχει καμιά λάμψη. Συχνά, περιφέρεται ρακένδυτος. Με προφανή την αδυναμία του να κρύψει τη γύμνια του. Όχι σπάνια με χυδαιότητα. Με την πλάνη ότι η βία των ύβρεων είναι ανταλλάξιμη δύναμη. Ανακαλύψαμε, ξαφνικά, πως δεν έχουμε διανοούμενους. Ούτε ένα σώμα συμπολιτών μας, που εμπλουτίζουν τις ιδέες μας ακόμα και για λόγους αντιπαράθεσης. Που συνθέτουν ιδέες με υλικά δικά τους και ξένα.

Η ιστορία έχει αποδείξει ότι οι ιδέες δουλεύονται μέσα στο χρόνο. Έχουν ανάγκη τον χρόνο. Δεν αιφνιδιάζει η ύπαρξή τους. Και η σύζευξή τους με αξίες δεν πραγματοποιείται σε μια κοινωνία σε κενό. Προϋποθέτουν μια κοινωνία που λειτουργεί θεσμικά. Μια κοινωνία που δεν ταυτίζεται με το κράτος. Ούτε, από την άλλη, κυριαρχείται από δυνάμεις, που εφαρμόζουν έμπρακτα την ανομία. Που εγκαταλείπονται σε αυτήν. Ή την ενθαρρύνουν. Έστω και παραδειγματικά.

Αν οι επέτειοι έχουν τελικά κάποιο νόημα, τότε τουλάχιστον ας είναι η αφετηρία για στοχαστικούς και ουσιαστικούς διαλογισμούς. Πολύ μικρότερη σημασία έχουν τα όποια επεισόδια. Και η ένταση και έκτασή τους. Σημασία έχει, αυτήν τη φορά, να συνειδητοποιήσουμε τη μη θεσμική λειτουργία της πολιτικής. Το τεράστιο έλλειμμα και καχεκτικότητα βασικών θεσμών της χώρας. Τον κατακερματισμό του συνεκτικού ιστού της κοινωνίας. Και την δραστική αποδυνάμωση της κοινωνικής αλληλεγγύης.

Το ΟΧΙ της εποχής του ανέδειξε αρκετές αρετές της ελληνικής κοινωνίας. Με το ΟΧΙ των ημερών μας τι τελικά επιδιώκουμε;

 
Εφημερίδα Πρώτο Θέμα, Κυριακή 28.10.2012