Μια συγκλονιστική ιστορία αποκαλύφθηκε μετά το πέρασμα του τυφώνα «Σάντι» από τις ΗΠΑ. Ο 28χρονος Μάικ, που νόμιζε ότι θα πεθάνει, έγραψε ένα αποχαιρετιστήριο σημείωμα προς τον πατέρα του, αλλά τελικά κατάφερε να επιβιώσει από την πρωτοφανή θεομηνία. 

Σύμφωνα με το theFW.com, η Κριστίν, μια ιδιοκτήτρια σπιτιού στο Τομς Ρίβερ του Νιού Τζέρσεϊ, που είχε εκκενωθεί το σπίτι της πριν από το «χτύπημα» του τυφώνα, όταν επέστρεψε σε αυτό βρήκε ένα μυστηριώδες σημείωμα. Ενας άντρας είχε μπει στο σπίτι της για να πάρει μια κουβέρτα και ένα μπουφάν προκειμένου να ζεσταθεί και, αισθανόμενος ότι θα πεθάνει, άφησε πίσω του ένα σημείωμα που εξηγούσε τους λόγους που μπήκε «απρόσκλητος» στο σπιτικό της.

«Για όποιον το διαβάσει αυτό ΠΕΘΑΙΝΩ - Είμαι 28 χρονών και ονομάζομαι Μάικ. Επρεπε να κάνω διάρρηξη για να μπω στο σπίτι σας. Πήρα τις κουβέρτες από τον καναπέ σας. Εχω υποθερμία. Δεν έκλεψα κανένα άλλο αντικείμενο από το σπίτι σας. Ενα κύμα με πέταξε έξω από το σπίτι μου που βρίσκεται στο κάτω τετράγωνο. Δεν νομίζω ότι θα τα καταφέρω. Το νερό έξω έχει φτάσει τουλάχιστον τα δέκα πόδια βάθος. Δεν υπάρχει σωτηρία. Πείτε στον μπαμπά μου πως τον αγαπώ και ότι προσπάθησα να βγω έξω. Ο αριθμός του είναι ###-###-#### και λέγεται Τόνι. Ελπίζω να μπορέσετε να διαβάσετε όσα γράφω, είμαι μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Σας πήρα, επίσης, ένα μαύρο μπουφάν. Αντίο. Ελπίζω ο Θεός να με βοηθήσει».




Τα σπαρακτικά τελευταία λόγια του Μάικ έκαναν το γύρο του Διαδικτύου μέσα από τους ιστοτόπους κοινωνικής δικτύωσης όπως το Facebook και το Twitter, προτού αναμεταδοθούν από τον τοπικό ραδιοφωνικό σταθμό WOBM. Ο Τζάστιν Λούις του WOBM αποφάσισε να καλέσει τον αριθμό που αναγραφόταν στο σημείωμα, ώστε να μάθει περισσότερες πληροφορίες για τον Μάικ. Στη δεύτερη προσπάθειά ο Λούις κατάφερε να επικοινωνήσει με τον πατέρα του Μάικ, τον Τόνι, ο οποίος επιβεβαίωσε την ευχάριστη είδηση ότι ο 28χρονος γιος του είναι ζωντανός.

«Ναι, αυτός είναι ο γιος μου Μάικ και είναι εδώ τώρα. Θα θέλατε να του μιλήσετε;» είπε ο Τόνι.

Σε συνέντευξη με τον WOBM ο Μάικ περίγραψε στους ακροατές την οδυνηρή ιστορία του για το πώς παρασύρθηκε από τη θάλασσα και πώς τελικά έγραψε αυτά που πίστευε ότι ήταν τα τελευταία του λόγια.

«Ημουν στο νερό για τέσσερις ώρες. Η κουζίνα μου πλημμύρισε και σκέφτηκα ότι όλο το σπίτι είχε χαθεί, γι’ αυτό αποχώρησα από την μπροστινή πόρτα. Οταν άνοιξα την πόρτα, το μόνο που είδα ήταν ο κόλπος. Δεν υπήρχε τίποτα άλλο εκεί έξω. Φρίκαρα. Μόλις άνοιξα την πόρτα το νερό αυξήθηκε κατά πέντε πόδια μέσα σε τρία λεπτά. Τότε πέντε ή έξι σπίτια πάνω από εμένα βρήκα το σπίτι της κυρίας και μπήκα μέσα. Δεν είχα ρούχα, έψαχνα ένα ρούχο να βάλω. Βρήκα κουβέρτες στον καναπέ και απλώς τύλιξα το σώμα μου. Ημουν τόσο διψασμένος γιατί ήπια πάρα πολύ αλμυρό νερό. Νόμιζα πως δεν θα αντέξω. Κάλεσα τον πατέρα μου λίγο προτού συμβούν όλα αυτά και είπα “δεν θα τα καταφέρω”. Βρισκόμουν σε τεράστια συναισθηματική φόρτιση», είπε ο Μάικ.

Οταν ο ραδιοφωνικός παραγωγός τον ρώτησε τι σκέφτηκε για το σημείωμά του που αναρτήθηκε στο Διαδίκτυο, ο Μάικ απάντησε, «Ναι! Ναι, ξέρετε, ήθελα απλώς να βρεθεί αυτό το σημείωμα για να πω τον πατέρα μου πως εγώ προσπάθησα. Δεν ήμουν μωρό. Προσπάθησα, έκανα ό,τι μπορούσα, για να επιβιώσω». 

«Για να είμαι ειλικρινής μαζί σας, τώρα φοβάμαι το σκοτάδι. Ημουν στο σκοτάδι για πολλή ώρα με τουλάχιστον 15-20 πόδια νερού να σκάνε επάνω μου. Δεν μπορούσα ακόμα και να αναπνεύσω», κατέληξε ο Μάικ.


protothema.gr