Πράγματι. Η εβδομάδα που πέρασε αποδείχθηκε κρίσιμη. Και στον κόσμο. Και στην Ελλάδα. Για γεγονότα διαφορετικής φύσης.

Ο λαός των ΗΠΑ έπρεπε να ξεπεράσει ένα εμπόδιο. Θα συνέχιζε μια πορεία για την εμβάθυνση του κράτους πρόνοιας και την αύξηση των θέσεων εργασίας στην πραγματική οικονομία; Ή θα επέστρεφε στους ανόητους και επικίνδυνους στρατοκράτες και στη ξεδιάντροπη επαύξηση των προνομίων των υπερπλουσίων; Άλλο κράτος οραματίζεται ο Ομπάμα. Με περισσότερα καθήκοντα απέναντι στους αδύναμους. Και άλλη κοινωνία ήθελε να επιβάλει ο αντίπαλός του. Κοινωνία με διαιρέσεις. Οφείλουμε, πάντως, να αναγνωρίσουμε ότι ο πολιτικός λόγος ήταν ενωτικός. Παρά τις βαθιές διαφορές των προτάσεων διακυβέρνησης.

Η ανανέωση της θητείας του Μπάρακ Ομπάμα για άλλα τέσσερα χρόνια επιβεβαίωσε ότι το δίλημμα λύθηκε από το λαό των ΗΠΑ θετικά. Πεντακάθαρα! Χωρίς τις νοθείες των ρεπουμπλικάνων το 2000. Η ανακούφιση ήταν γενική. Και ιδίως στην Ευρώπη. Γιατί όχι και στην Ελλάδα; Είναι γνωστό, πια ότι ο Πρόεδρος των ΗΠΑ έχει επιχειρήσει στο πρόσφατο παρελθόν να φρενάρει τους αστόχαστους νεοφιλελεύθερους και την επιπόλαιη πολιτική τους.

Κρίσιμη ήταν η εβδομάδα και για την Ελλάδα. Η Κυβέρνηση του Αντώνη Σαμαρά έχει στα χέρια της ένα ισχυρό διαπραγματευτικό χαρτί για να συναντήσει τις επόμενες ημέρες τους Ευρωπαίους εταίρους μας. Τα μέτρα σκληρά και σε αρκετές περιπτώσεις άδικα και απρόσφορα. Στο σύνολό τους, όμως, αποτελούν μία τελευταία ευκαιρία για να παραμείνουμε συνομιλητές σε ένα πρόβλημα που χτύπησε καίρια και πρώτα εμάς. Και περισφίγγει επικίνδυνα όλη τη νότια Ευρώπη. Ούτε τα μέτρα, ούτε η αντίστοιχη θηριώδης δόση αποτελούν λύση στο πρόβλημα. Ενδεχομένως, οδηγούν στην πρώτη φάση, σε μια επιδείνωση της ύφεσης και παράλληλα στην παραπέρα αποδυνάμωση του όποιου κοινωνικού ιστού και της όποιας αλληλεγγύης ακόμη υφίσταται.

Τις ημέρες που πέρασαν αναδείχθηκε περίτρανα ένα ακανθώδες πρόβλημα. Η κυριαρχία της ανομίας σφιχταγκαλιασμένης με την προκλητική και ρακένδυτη φτώχεια του πολιτικού λόγου. Όσοι παρακολουθήσαμε τις συζητήσεις στη Βουλή και στην τηλεόραση, στα ρεπορτάζ και στην αρθρογραφία, όσοι αφουγκραστήκαμε το λόγο των συνθημάτων και όσοι καταφέραμε να προβούμε σε ιστορικές συγκρίσεις, πρέπει να νιώσαμε τα πιο σκοτεινά χρώματα και αισθήματα της απογοήτευσης. Οι ύβρεις και η υστερία εναλλάσσονταν. Οι πιο φθηνές κορώνες μαζί με το κενό της έλλειψης επιχειρημάτων και ανάλυσης δεν επέτρεπαν λογικές αποτιμήσεις. Δεν συζήτησε κανένας. Και δεν αντέκρουσε κανένας τον άλλον. Γνωρίζαμε από τα πριν την εκφορά των λέξεων, χωρίς την πολυπόθητη ελπίδα των προτάσεων. Των όποιων.

Την πενία του πολιτικού λόγου συνόδευσε και ανέδειξε η πρωτοφανής ενέργεια ορισμένων υπάλληλων του Κοινοβουλίου. Δεν θέλω να ασχοληθούμε με το ποιος έχει δίκιο στους ισχυρισμούς του. Ο Υπουργός Οικονομικών ή το συνδικαλιστικό όργανο των υπαλλήλων; Ούτε με ενδιαφέρει αν όλοι τους, ή έστω κάποιο, κατέχουν τις θέσεις αυτές από συναλλαγή ή ρουσφέτια. Άλλου βρίσκεται το πρόβλημα. Αρκετοί από αυτούς απείλησαν, έβρισαν και προπηλάκισαν. Βουλευτές, δημοσιογράφους και άλλους παράγοντες. Και τελικά απείχαν επιδεικτικά από την άσκηση των καθηκόντων τους παρεμποδίζοντας το κοινοβουλευτικό έργο.

Από το Δεκέμβριο του 1974 λαός και πολιτικό σύστημα αποφασίσαμε πως εσχάτη προδοσία είναι κάθε παρεμπόδιση των καθηκόντων του Προέδρου της Δημοκρατίας. Από το 1982 και μετά, ύστερα από πρόταση του αείμνηστου καθηγητή και υπουργού Δικαιοσύνης Γεωργίου – Αλέξανδρου Μαγκάκη, λήφθηκε μια πεντακάθαρη απόφαση του κοινοβουλίου: Η παρεμπόδιση των εργασιών της Βουλής με βία ή με απειλές ή με σφετερισμό της ιδιότητας κρατικού οργάνου συνιστά και αυτή την αξιόποινης πράξη της εσχάτης προδοσίας.

Το ερώτημα είναι σχεδόν αυτονόητο. Τα πολιτικά κόμματα θα επαινέσουν αυτή την ενέργεια ή θα την αποδοκιμάσουν έμπρακτα; Και τι θα πράξουν οι διωκτικές αρχές του τόπου; Θα κλείσουν τα μάτια μπροστά σε αυτή την απαίσια πράξη και προκλητική συμπεριφορά; Ή θα σκεφθούν ιστορικά και θα αντιδράσουν θεσμικά;


Αντώνης Ν. Βγόντζας
Εφημερίδα Πρώτο Θέμα, Κυριακή 11.11.2012