Ο Σύλλογος Κοινωνιολόγων Χανίων αντιτίθεται στην εκμίσθωση των κτιρίων στο Λόφο Καστέλι σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις - Διαβάστε την ανακοίνωση

Η διάκριση του «δημόσιου» από το «ιδιωτικό», προέρχεται από τη γλώσσα της νομικής επιστήμης και αφορά στην νομική κατοχύρωση των δικαιωμάτων επί του χώρου. Ωστόσο, για την Κοινωνιολογία, η δράση ετερόκλητων κοινωνικών ομάδων και ατόμων είναι αυτή που παράγει τον κοινό χώρο με διάφορους τρόπους και για διάφορους σκοπούς, άσχετα από το ιδιοκτησιακό του καθεστώς. Μπορεί να βρει κανείς αμέτρητους συνδυασμούς, ανάλογα με το ποιος κατέχει, ποιος χρησιμοποιεί, για ποιες ανάγκες και με ποιον τρόπο τον δημόσιο χώρο και διάφορες μορφές τροποποίησης και συγκεκριμενοποίησης του αφηρημένου και τυπικού, δημόσιου χαρακτήρα (εμπορευματοποίηση, οικειοποίηση, κατάχρηση, περίφραξη, απαλλοτρίωση κ.ά.).  

Σε κάθε περίπτωση, ο δημόσιος διάλογος για την κοινωνική αξιοποίηση του δημόσιου χώρου αφορά: α) ζητήματα της πρόσβασης, σε ποιες κοινωνικές ομάδες δηλαδή είναι ανοιχτός ο εκάστοτε χώρος, όπως και σε ποιες ομάδες η πρόσβαση περιορίζεται ή απαγορεύεται λόγω τυπικών ή άτυπων αποκλεισμών και β) τις χρήσεις του και τις λειτουργίες που επιτελούνται σ’ αυτόν, τις κοινωνικές ανάγκες που καλύπτουν (τίνος οι ανάγκες καλύπτονται και με ποιο τρόπο). Στην περίπτωση της απόφασης του Πολυτεχνείου Κρήτης για μακροχρόνια παραχώρηση των κτιρίων στο Λόφο Καστέλι σε ξενοδοχειακές επιχειρήσεις, έρχονται σε αντιπαράθεση διαφορετικές αντιλήψεις για τον δημόσιο χώρο. 
Εκ μέρους της διοίκησης του Πολυτεχνείου Κρήτης και των επενδυτών, αναπτύσσεται μια επιχειρηματολογία που κάνει λόγο για αξιοποίηση της περιουσίας του με οικονομικό όφελος που προορίζεται να ενισχύσει τους σκοπούς του ως εκπαιδευτικό ίδρυμα, επικαλείται τη δημιουργία θέσεων εργασίας και υπόσχεται αυξημένη προσβασιμότητα. Η επιχειρηματολογία περί «ανάπτυξης», συνδυάζεται με μια συγκεκριμένη οπτική «εξευγενισμού» του δημόσιου χώρου, η οποία αποδίδει στις ιδιωτικές επιχειρήσεις αποκλειστική αρμοδιότητα αξιοποίησης, επειδή ακριβώς ταιριάζει στις οικονομικές και τις αντίστοιχες αισθητικές αντιλήψεις μια μερίδας του επιχειρηματικού κόσμου. Αυτή η επιχειρηματολογία βρίσκει πρόσφορο έδαφος και σε εργαζόμενους, οι οποίοι, μπροστά στο φάσμα της ανεργίας, συντάσσονται με τις ανάγκες του κεφαλαίου, παραβλέποντας τις μακροπρόθεσμες συνέπειες (εντατικοποίηση, υποτίμηση εργασίας κ.λπ.). 

Ωστόσο, όπως έχει επισημανθεί από διάφορους επιστημονικούς φορείς (αρχιτεκτόνων, αρχαιολόγων), η παλιά πόλη των Χανίων είναι κορεσμένη από πλευράς τουριστικών εγκαταστάσεων. Η περαιτέρω ανάπτυξη αποβαίνει εις βάρος της ανάδειξης του ιστορικού της χαρακτήρα και της ιδιαίτερης αρχιτεκτονικής της, υποβαθμίζοντας έτσι το συνολικό τουριστικό προϊόν του νομού. Έτσι, η υπόσχεση για κάποιες θέσεις εργασίας στη συγκεκριμένη επιχείρηση δεν εγγυάται τη συνολική αύξηση των θέσεων εργασίας στην πόλη και τον νομό Χανίων. Αλλά, ακόμη και το οικονομικό όφελος για το ίδιο το Πολυτεχνείο, δεν είναι αυταπόδεικτο. Θα έπρεπε τουλάχιστον να έχουν δοθεί στη δημοσιότητα στοιχεία από σημαντικές μελέτες, όπως το επιχειρηματικό πλάνο της εταιρίας και το σχέδιά της για την ανάπλαση του χώρου, ο οποίος ταυτόχρονα θα παρέχει και υπηρεσίες για το κοινό και θα εξυπηρετεί τις ανάγκες μιας πολυδάπανης επιχείρησης. Αιωρούνται, λοιπόν, σημαντικά ερωτήματα που θέτουν υπό αμφισβήτηση ακόμα και αυτή τη στενή ωφελιμιστική αντίληψη για τη διαχείριση ενός συμβόλου της πόλης εδώ και αιώνες.

Πιθανώς πιο σημαντικές για τη συγκεκριμένη περίπτωση είναι οι διαφορετικές ιδεολογικές και πολιτικές αντιλήψεις για τον δημόσιο χώρο που έρχονται σε αντιπαράθεση. Το 2004, τα τοπικά κινήματα της πόλης άνοιξαν τον χώρο σε πολιτιστικές και πολιτικές δραστηριότητες μέσω της κατάληψης «Rosa Nera». Αυτή ήταν στην ουσία και η πρώτη δημόσια χρήση του χώρου, ο πρώτος ουσιαστικός «εξευγενισμός», καθώς η αυλή έγινε για πρώτη φορά προσβάσιμη. Αναπτύσσεται εκεί μια ιδιαίτερη μορφή παραγωγής δημόσιας ζωής που βρίσκεται έξω από τον έλεγχο του κράτους και της αγοράς, αν και αντλεί πόρους από αυτές τις δύο κυρίαρχες μορφές οργάνωσης της ζωής στις σύγχρονες κοινωνίες. Ανεξάρτητα αν συμφωνεί ή διαφωνεί κανείς με τους ιδεολογικούς προσανατολισμούς και τα μοντέλα κοινωνικής οργάνωσης που συγκροτούν το πολιτικό της πρόταγμα, η κατάληψη δεν παύει να αποτελεί ένα χώρο όπου κάποιοι άνθρωποι, για περισσότερο ή λιγότερο χρόνο, αφήνουν πίσω τους την καθημερινότητα των επίσημων θεσμών (εργασία, εκπαίδευση, οικογένεια), εργάζονται, συζητάνε, μαθαίνουν, διασκεδάζουν, με όρους και τρόπους ρύθμισης των κοινωνικών σχέσεων που δίνουν έμφαση στην αμοιβαιότητα και  την ισότητα. 

Πιθανώς μια τέτοια  μορφή πολιτικής συμμετοχής και οργάνωσης της καθημερινότητας  να μην ταιριάζει σε όλους ή τους περισσότερους από εμάς αλλά μια δυναμική, δημοκρατική, πλουραλιστική κοινωνία χαρακτηρίζεται από θεσμική δημιουργικότητα και φαντασία και όχι από στείρα τυπολατρία και μονομέρεια. 

Πόσο μάλλον όταν δεν πρόκειται για ένα χώρο που ιδιοποιείται κάποια αυτοαναφορική  συλλογικότητα. Μέσα από την εθελοντική εργασία πολλών και ετερόκλητων ανθρώπων λειτούργησαν και οργανώθηκαν, χωρίς αντίτιμο και με ελεύθερη συμμετοχή, διαδικασίες συλλογικής δράσης. όπως και πολιτιστικές εκδηλώσεις. Ανάμεσα σε αυτές, υπάρχουν τεκμηριωμένα τα γεγονότα της δημόσιας πολιτικής συμμετοχής περιβαλλοντικών κινημάτων από τα χωριά του νομού, οι θεατρικές παραστάσεις και τα καλλιτεχνικά εργαστήρια σημαντικών ομάδων λαϊκής και σύγχρονης τέχνης από όλη την Ελλάδα, οι διαλέξεις πνευματικών ανθρώπων διεθνούς εμβέλειας από τον χώρο των κοινωνικών επιστημών. 
Εκεί εξυπηρετήθηκε και η φιλοξενία προσφύγων όπως και σημαντικές συνελεύσεις εκατοντάδων εργαζόμενων μεταναστών και μεταναστριών για να θέσουν δημόσια τα ζητήματα των πολιτικών και κοινωνικών δικαιωμάτων τους και των παιδιών τους. Στον ίδιο χώρο, έχουν δικτυωθεί διαφορετικές εργατικές πρωτοβουλίες και κινητοποιήσεις στον νομό, ενώ αμέτρητοι άνθρωποι και ομάδες έχουν κατά καιρούς χρησιμοποιήσει το παιδικό στέκι, την ελεύθερη δανειστική βιβλιοθήκη, το χαριστικό παζάρι ρούχων, το θέατρο που κατασκευάστηκε εθελοντικά μέσα στο κτίριο της μεραρχίας όπως και τον χώρο προβολών και βιβλιοπαρουσιάσεων για εκδηλώσεις που αφορούν περιβαλλοντικά ζητήματα και θέματα αγροτική παραγωγής, τα δικαιώματα και τους αγώνες των μειονοτήτων, την υποστήριξη των πρωτοβουλιών αλληλεγγύης που λειτουργούν στην πόλη.

Αν, λοιπόν, η υπόθεση της εκμίσθωσης των κτιρίων του λόφου Καστέλι υποκρύπτει κάποια πολιτική δυσανεξία σε αντίθετες απόψεις για τη δημόσια ζωή, καλούμε όλους τους δημοκρατικά σκεπτόμενους πολίτες των Χανίων να αναλογιστούν και το κόστος της απώλειας ενός τέτοιου χώρου, ειδικά για τους πάρα πολλούς νέους ανθρώπους, μαθητές, φοιτητές, εργαζόμενους που βρίσκουν εκεί ότι δεν μπορούν να τους προσφέρουν οι επίσημοι θεσμοί: μια ισότιμη αντιμετώπιση. 

Είμαστε, λοιπόν, αντίθετοι με όσους προωθούν οποιαδήποτε μορφή χρήσης του χώρου αρκεί να είναι άλλη από την τωρινή. Όταν η τοπική κοινωνία είναι εκείνη που ιεραρχεί τις ανάγκες της και θέτει τις προτεραιότητές της δεν μπορεί να της σταθεί εμπόδιο καμία κατάληψη, πρυτανικό συμβούλιο, δημοτική αρχή ή κυβέρνηση. Γι’ αυτό τον λόγο θεωρούμε ότι η χρήση αυτού του χώρου λόγω της ιστορίας αλλά και της θέσης του στον αστικό ιστό, θα έπρεπε να είναι ζήτημα μιας πολύ ευρύτερης δημόσιας διαβούλευσης και όχι απόφασης μιας διοίκησης ενός εκπαιδευτικού ιδρύματος και μιας εταιρίας διαχείρισης ακινήτων. Υπενθυμίζουμε πως οι χώροι παραχωρήθηκαν (ή αγοράστηκαν από το Πολυτεχνείο, πάντως με δημόσιο χρήμα) για να εξυπηρετούν τη διασύνδεση των γνωστικών αντικειμένων των σπουδαστών και των δασκάλων τους με τις κοινωνικές και τις πολιτιστικές ανάγκες της κοινωνίας, τόσο της τοπικής όσο και της ευρύτερης. Έτσι, θα έπρεπε να χρησιμοποιούνται και κτίρια όπως το «Παπαδόπετρου» ή τη «Γαλλική Σχολή». Αυτός ήταν ο κοινωφελής σκοπός για τον οποίο η κοινωνία εμπιστεύτηκε τα κτίρια αυτά σε ένα ακαδημαϊκό ίδρυμα, όχι ως περιουσιακά στοιχεία προς επένδυση ή εξαργύρωση. Αν το ίδιο κρίνει ότι δεν μπορεί ή δεν θέλει να τα αξιοποιήσει γι’ αυτό τον σκοπό, ο λόγος ανήκει πάλι στην κοινωνία. 

Η Πρόεδρος                                                                     Η Γραμματέας

 Μαρματάκη Αρετή                                                           Τσάμη Νεκταρία Ιωάνν