«Υποφέραμε έξι μήνες, όμως άλλοι άνθρωποι υποφέρουν πολύ περισσότερο. Αν μπει κανείς σε έναν θάλαμο νοσοκομείου με ανθρώπους που έχουν μια σοβαρή ασθένεια, εκεί βρίσκει τον πόνο» λέει ο επιχειρηματίας από την Κρήτη

Εναν μήνα μετά την απελευθέρωσή του ο επιχειρηματίας Μιχάλης Λεμπιδάκης εξομολογείται στο «ΘΕΜΑ» άγνωστες λεπτομέρειες από την κόλαση που βίωσε στα χέρια των απαγωγέων του. Δίχως ίχνος οργής και θυμού στα λόγια του και με αξιοθαύμαστη ψυχραιμία μοιράζεται ακόμα και μερικές από τις πιο σκοτεινές σκέψεις που έκανε ζώντας κλειδωμένος σε ένα δωμάτιο επί έξι ολόκληρους μήνες με την αγωνία αν θα κατάφερνε να επιβιώσει.  

Επειτα από αρκετές ημέρες σιωπής, το κινητό του τηλέφωνο φανερώνει σημάδια ζωής και καλεί σαν να δείχνει ότι ο κάτοχος της συσκευής βρίσκεται στο εξωτερικό. Το έντονο δημοσιογραφικό ενδιαφέρον σε ωθεί να προσπαθείς να επικοινωνήσεις ξανά και ξανά με τον άνθρωπο που καθήλωσε μπροστά από υπολογιστές, τηλεοράσεις και ραδιόφωνα σχεδόν 10 εκατομμύρια Ελληνες επί έξι συνεχόμενους μήνες στη μεγαλύτερη σε διάρκεια απαγωγή που έχει καταγραφεί ποτέ στα ελληνικά χρονικά.  Θέλεις να αποκρυπτογραφήσεις το προφίλ του ανθρώπου που γνωρίσαμε μέσα από το περιεχόμενο των συγκλονιστικών χειρόγραφων σημειωμάτων που τον έβαζαν οι απαγωγείς να υπογράφει με το αίμα του προκειμένου να αποδεικνύουν στην οικογένειά του ότι είναι ζωντανός.

Αφοπλιστικό χαμόγελο

Να γνωρίσεις έστω και εξ αποστάσεως την ευγενική αυτή φυσιογνωμία με τον καθαρό λόγο και το αφοπλιστικό χαμόγελο που ενώ είχε μόλις γλιτώσει από τον χειρότερο εφιάλτη προτίμησε να σταθεί για πέντε δεύτερα μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες για να ευχαριστήσει δημόσια τον απλό κόσμο που συμπαραστάθηκε στο δράμα της οικογένειάς του.  

Ο Μιχάλης Λεμπιδάκης μπορεί να γύρισε από την κόλαση, όμως 24 ώρες μετά πήγε κανονικά στη δουλειά του. Μπήκε στο γραφείο του και χαιρέτησε τη γραμματέα του σαν να μην είχε συμβεί το παραμικρό. Σαν να μην ήταν αυτός ο πρωταγωνιστής μιας υπόθεσης απαγωγής που ξεπερνά ακόμα και τα πιο ευφάνταστα κινηματογραφικά σενάρια, όταν εμείς οι δημοσιογράφοι που υποτίθεται ότι έχουμε γράψει για αρκετές παρόμοιες εικάζαμε ότι αυτός ο άνθρωπος δεν θα θέλει να βγει από το σπίτι του για τους υπόλοιπους έξι μήνες.

Κι όμως, μας διέψευσε και υπάρχει λόγος γι’ αυτό. 

Οπως θα διαβάσετε παρακάτω στα κυριότερα αποσπάσματα της τηλεφωνικής συνομιλίας που είχαμε με τον επιχειρηματία Μιχάλη Λεμπιδάκη, για εκείνον υπάρχει πλέον μία και μοναδική επιθυμία: να ξεχαστούν ο ίδιος και η περιπέτειά του και να επιστρέψει στην κανονικότητά του. Αναφέρεται στην εμπειρία που βίωσε στα χέρια των σκληρών απαγωγέων του, στις εφιαλτικές του σκέψεις, στο ενδεχόμενο να μην επέστρεφε ποτέ στην οικογένειά του.

Οπως δηλώνει, διακαής του πόθος είναι να γίνουν όλα όπως πριν. Να πηγαίνει στη δουλειά του ήρεμος και χαμογελαστός δίχως να χρειάζεται να γυρίζει πίσω το κεφάλι του υποψιασμένος. Κακά τα ψέματα, όμως, ξέρει και ο ίδιος ότι αυτό είναι πολύ δύσκολο να συμβεί.        
 Τον ρωτάμε πώς αισθάνεται περίπου έναν μήνα μετά την απελευθέρωσή του, αν κοιμάται ήρεμος τα βράδια ή συνυπάρχει αναγκαστικά με τους εφιάλτες του. 

«Είμαι καλά. Δεν κάνω σκέψεις, δεν έχω εφιάλτες. Για μένα έχει ξεχαστεί πλήρως η περίοδος αυτή. Συνεχίζουμε τη ζωή μας», λέει ψύχραιμα ο επιχειρηματίας που στην αρχή της συνομιλίας μας εμφανίζεται διστακτικός και αρκετά μετρημένος στα λόγια του. 

Από τη χροιά της φωνής του μπορείς να αισθανθείς την ανάγκη του να μοιραστεί κάποια πράγματα, από την άλλη όμως δείχνει σαν να το σκέφτεται δυο και τρεις φορές προτού απαντήσει. Ισως επειδή, όπως μας είπε, χρειάστηκε να αρνηθεί ευγενικά σε αρκετούς συναδέλφους δημοσιογράφους που του ζητούσαν την πρώτη του συνέντευξη μετά την απελευθέρωση από τους απαγωγείς του. Στο εύλογο ερώτημα αν πιστεύει ότι η ζωή του θα αλλάξει από δω και στο εξής, ο επιχειρηματίας εκφράζει την επιθυμία του να επιστρέψει στη ζωή του πριν από την απαγωγή. 

 «Θέλουμε να συνεχίσουμε να ζούμε όπως ζούσαμε και πριν. Από κει και πέρα, ό,τι πω δεν ξέρω πώς θα εκληφθεί από σας και τους αναγνώστες σας, αλλά εγώ θα προτιμούσα να ξαναπεράσω στην αφάνεια», απαντά και προσθέτει: «Θέλω να ξαναγυρίσουμε στη ζωή μας, όπως ήμασταν πριν, που ποτέ δεν είχαμε απασχολήσει ως άνθρωποι τα μέσα ενημέρωσης και πολλοί λίγοι μας γνώριζαν. Αυτή είναι η μεγαλύτερη επιθυμία μου».

«Αλλοι έχουν υποφέρει περισσότερο»

 Πόσο εφικτό όμως είναι για έναν άνθρωπο που έχει βιώσει επί έξι μήνες μια τόσο βάναυση από κάθε άποψη εμπειρία να επιστρέψει στην καθημερινότητά του σαν να μην έχει συμβεί τίποτα; 
«Η γνώμη η δική μου, και έτσι αντιμετώπισα εξαρχής την όλη κατάσταση, είναι ότι υπάρχουν άνθρωποι που έχουν υποφέρει τόσο στον τόπο μας όσο και στον κόσμο όλο πολύ περισσότερο απ’ όσο εμείς αυτό το διάστημα», λέει ο Μιχάλης Λεμπιδάκης και εκπλήσσει, καθώς βάζει τον εαυτό του σε δεύτερη μοίρα σε σχέση με συνανθρώπους του που αντιμετωπίζουν σοβαρά προβλήματα υγείας.

 Να πώς εξηγεί το σκεπτικό του: «Αρκεί να κοιτάξει κανείς, να περάσει μια βόλτα από ένα νοσοκομείο και να δει ανθρώπους που πραγματικά υποφέρουν και όχι για έξι μήνες, αλλά για πολύ περισσότερο χρονικό διάστημα και μάλιστα χωρίς ελπίδα. Πολύ περισσότερο να πάμε στα στρατόπεδα των προσφύγων που τα βλέπουμε στις ειδήσεις, σε χώρες σε εμπόλεμη κατάσταση, με καταστροφές. Επομένως, δεν ξέρω γιατί δίνεται τόσο πολλή προσοχή στη δική μας περίπτωση. Υποφέραμε έξι μήνες, όμως άλλοι άνθρωποι υποφέρουν πολύ περισσότερο. Εκατομμύρια άνθρωποι υποφέρουν πολύ περισσότερο απ’ ό,τι υποφέραμε εμείς. Αν το καλοσκεφτείτε, αυτή είναι η πραγματικότητα. Αν μπει κανείς σε έναν θάλαμο με ανθρώπους που έχουν μια σοβαρή ασθένεια, εκεί βρίσκει τον πόνο». 

 Του επισημαίνω ότι ήταν κλεισμένος για 180 ημέρες σε ένα μπουντρούμι, δίχως να γνωρίζει αν αύριο θα αφεθεί ελεύθερος ή θα τον σκοτώσουν, με τον ίδιο να συνεχίζει να αφοπλίζει με τις απαντήσεις που δίνει:

«Αμα όμως αντί για αλυσίδες είχατε αυτά τα πράγματα που έχουν οι ασθενείς στα χέρια τους, τους ορούς, και να υποβάλλεστε, για παράδειγμα, σε χημειοθεραπείες; Νομίζω, λοιπόν, ότι η δική μου εμπειρία δεν ήταν η χειρότερη που θα μπορούσε να συμβεί».
 Τον ρωτάω για το αν φοβήθηκε, για το ενδεχόμενο αν κάτι να πήγαινε στραβά να μην του δινόταν η ευκαιρία να ξαναδεί τα παιδιά του.

Εκείνος απαντά ψύχραιμα: «Οχι, δεν με έκανε κάτι να φοβηθώ. Γνώριζα ωστόσο ότι υπήρχε μια πολύ μικρή πιθανότητα και αν συνέβαινε αυτό θα ήταν η μοίρα μου, όπως είναι η μοίρα χιλιάδων ανθρώπων που ζουν μια δύσκολη κατάσταση και τελικά δεν επιβιώνουν».
Αν μη τι άλλο, τα λόγια του φανερώνουν άνθρωπο με περίσσιο ψυχικό σθένος. Πώς θα μπορούσε άλλωστε να αντέξει για τόσο μεγάλο χρονικό διάστημα στην ψυχολογική πίεση ζώντας καθημερινά με την αγωνία αν τελικά θα καταφέρει να επιβιώσει; 

Οι απαγωγείς ήταν ευγενικοί

«Σκεφτόμουν ότι δεν μπορεί να είμαστε τυχεροί και ευτυχισμένοι μια ζωή», λέει ο Μιχάλης Λεμπιδάκης και προσθέτει: «Κάθε οικογένεια, κάθε άνθρωπος στη ζωή του περνάει έναν Γολγοθά, μικρότερο ή μεγαλύτερο. Και μένα δεν ήταν ο μεγαλύτερος, αν τον συγκρίνουμε με τι περνούν άλλοι άνθρωποι. Που πραγματικά υποφέρουν και τελικά δεν τα βγάζουν πέρα».
Κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού του και εξαιτίας των συνεχών καθυστερήσεων στις διαπραγματεύσεις με τους απαγωγείς, δεν μπορεί να μην πέρασε από το μυαλό του ότι ίσως να μην έχει αίσιο τέλος η περιπέτειά του. Του θέτω αυτό το ερώτημα.  

«Το ενδεχόμενο αυτό το είχα βάλει σε κάποιο μέρος του υποσυνείδητου για να μη σκέφτομαι αυτή την περίπτωση, παρόλο που γνώριζα ότι υπήρχε μια μικρή πιθανότητα για μια τέτοια κατάληξη», απαντά ο επιχειρηματίας και συμπληρώνει αμέσως: «Μικρή πιθανότητα, όμως. Γιατί και η συμπεριφορά των απαγωγέων απέναντί μου δεν με προϊδέαζε για κάτι τέτοιο».
 -Δηλαδή δεν αισθανθήκατε να απειλείστε από τον τρόπο με τον οποίο σας συμπεριφέρονταν;
«Οχι, δεν ήταν απειλητικοί σε καμία περίπτωση. Ηταν ευγενικοί απέναντί μου και σε κάθε ευκαιρία με διαβεβαίωναν ότι δεν θα υπήρχε κάτι το αρνητικό». 

Η συνομιλία μας ολοκληρώνεται με μια επαναλαμβανόμενη ευχή από τον ίδιο: να συνεχίσει τη ζωή του σαν να μη συνέβη ποτέ αυτό το δυσάρεστο γεγονός: «Εύχομαι να συνεχίσω τη ζωή μου σαν μην υπήρξε ποτέ αυτό το περιστατικό. Είναι κάτι που έχει περάσει, που έχει τελειώσει για μένα».