Υπάρχουν γεγονότα που δεν τα προλαβαίνεις. Τρέχουν με μεγαλύτερες ταχύτητες από ό,τι ο γραπτός λόγος. Συναγωνίζονται τον ραδιοφωνικό και τηλεοπτικό χρόνο που πασχίζει να τα μεταδίδει με ακριβόχρονη μετάδοσή τους. Προχθές το πρωϊ της Παρασκευής μια ομάδα νεαρών ατόμων βγήκαν από το Οικονομικό Πανεπιστήμιο φορώντας κουκούλες και κατέστρεψαν τουλάχιστον δέκα καταστήματα. Πολύ πριν εμφανιστούν οι αστυνομικές δυνάμεις επέστραψαν στην αγκαλιά του Οικονομικού Πανεπιστημίου, έβγαλαν προφανώς τις κουκούλες τους και επέστρεψαν στα αστικά λημέρια τους.  Κανονικά και ικανοποιημένοι. Αποκλείεται να επανήλθαν στις αίθουσες διδασκαλίας και στα σπουδαστήρια των οικονομικών επιστημών.

Έχουν προηγηθεί πολλά τέτοια επεισόδια. Της αυτής φύσης. Και, ενδεχομένως, μεγαλύτερης έντασης και πιο σκληρής βίας. Τις δύο τελευταίες εβδομάδες, όμως, πύκνωσαν αυτά τα γεγονότα. Με την τεράστια επικοινωνιακή και συμβολική τους σημασία και δύναμη. Δεν περιορίζονται μόνον στην ακτίνα δράσης του γνωστού μας «Ρουβίκωνα». Έχει φαίνεται αναπτυχθεί ένας συναγωνισμός και ανταγωνισμός στον ευρύτερο χώρο των αντιεξουσιαστών και τμήματος της εξωκοινοβουλευτικής Αριστεράς. 

Δεν πρέπει να παρασυρθούμε συζητώντας για τα αίτια της αυξανόμενης τυφλής βίας. Σωστό είναι να προσδιορίσουμε το βάθος και την έκταση αυτής της βίας και τις επιπτώσεις στη δημόσια ζωή της χώρας. Δεν είναι τυχαία, ούτε μπορεί να αποδοθεί σε σκοτεινά σενάρια, η πλατειά, και οδυνηρή για μας, έκταση της περιγραφής και ανάλυσης αυτής της βίας στη χώρα μας από τα πιο έγκυρα μέσα μαζικής ενημέρωσης της Ευρώπης. Ακόμα και σε χώρες διαφορετικής δικαιοπολιτικής πραγματικότητας και επικρατουσών αντιλήψεων. Την συνδέουν, αυτό είναι το χειρότερο, με μια εύθραυστη οικονομική και πολιτική σταθερότητα, που μπορεί να καταρεύσει από ένα επόμενο χτύπημα βίας και καταστροφών σε βάρος ανθρώπων και περιουσιών. 

Ο κυβερνητικός εκπρόσωπος αυτή τη φορά δεν ήταν λαλίστατος. Τη βρώμικη δουλειά υπεράσπισης της κυβερνητικής ανικανότητας και εγκληματικής ανοχής την έχει αναλάβει ο Υπουργός Δημόσιας Τάξης. Παλιός στρατιωτικός, περαστικός από πολλά πολιτικά «μαγαζιά». Καταφέρθηκε κατά του δήμαρχου Αθηναίων, ενός φυσικού του σύμμαχου στην υπεράσπιση της κανονικότητας στη ζζωή του μητροπολιτικού κέντρου της χώρας. 

Κυρίως, όμως, επιτέθηκε, με ξεχωριστη σφοδρότητα, στη συνδιακλιστική ηγεσία των υπηρετούντων στην Ελληνική Αστυνομία. Ακολούθως, αναγνώρισε την έλλειψη προστασίας της κοινωνίας, του νόμου και της δημόσιας ασφάλειας. Και πρότεινε την ανακοίνωση μέτρων για την επόμενη εβδομάδα. Πολλοί είχαμε εκλάβει αυτήν την ακατανόητη αναβολή λήψης μέτρων ωσάν να συνδεόταν με τον αναπόφευκτο ανασχηματισμό της κυβέρνησης. Όλοι κάτι περιμέναμε μετά την υποκριτική αποδοκιμασία δύο κορυφαίων (και πάμπλουτων) υπουργών εξαιτίας της ανήθικης ενθυλάκωσης «ενός χιλιάρικου ευρώ» κάθε μήνα  για τις δήθεν δαπάνες ενοικίου τους. Την ώρα, μάλιστα, που από τη μια οι ίδιοι διέθεταν ένα πλατύ δίκτυο επαύλεων ανά τον κόσμο και από την άλλη αυτή η ενθυλάκωση είχε ενταχθεί στο τρίτο και πιο σκληρό Μνημόνιο αυτής της ατέλειωτης κρίσης. Και περιμέναμε επιπρόσθετα την αντικατάσταση εκείνων των υπουργικών στελεχών με την προκλητική ανικανότητά. Ανάμεσά τους και την αποπομπή του Υπουργού Δημόσιας Τάξης.

Το ό,τι δεν αντικαταστάθηκς ο απόστρατος Νίκος Τόσκας αποτελεί μια πλήρη, από μόνη της, απόδειξη ότι εκτελεί με συνέπεια την κυβερνητική πολιτική. Αυτή η απόδειξη ενισχύεται και από ένα άλλο γεγονός. Από την ακατανόητη και με πλήρη ευθύνη της δικαστικής εξουσίας στο επίπεδο της εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, παροχή ασυλίας σε όσους υποκριτικά συλαμβάνονται για τη διαρκή και επαναλαμβανόμενη συμμετοχή τους στις πράξεις τυφλής βίας. 

Δεν μας επιτρέπεται να σβύσουμε από τη μνήμη μας τα ποικίλλα φαινόμενα πολιτικής βίας που βαρύνουν όλη τη διαδρομή της Μεταπολίτευσης. Στα πρώτα μεταπολιτευτικά χρόνια ανεχθήκαμε ή συγχωρήσαμε τις πολιτικές δολοφονίες εκείνης της εποχής εξαιτίας της πλατειάς αντίληψης ότι η μεταπολιτευτική Ελλάδα δεν είχε τιμωρήσει επαρκώς όσους είχαν προδόσει τον όρκο τους βασανίζοντας πολίτες, υποστηρίζοντας και στηρίζοντας έτσι τη Μεγάλη Εκτροπή. Στους φρικτούς δρόμους της βίας μπλέξαμε και με εκείνους που δεν είχαν δώσει ενεργό παρόν στον αντιδικατορικό αγώνα ή δεν πρόλαβαν ή το σκέφτηκαν καθυστερημένα. Ξεπεράσαμε τις πενήντα τουλάχιστον πολιτικές δολοφονίες. 

Η μεταπολιτευτική εξουσία δεν κατάφερε να αντιμετωπίσει δραστικά τα φαινόμενα της πολιτικής βίας. Αποδείχθηκε διστακτική. Μόνον στην αρχή της πρώτης δεκαετίας του 2000 πέτυχε να θωρακίσει τη Δικαιοσύνη και να την ενισχύσει με εκείνα τα θεσμικά εργαλεία για να αντιμετωπίσει αποτελεσματικά τις διάφορες τρομοκρατικές ομάδες και άλλες παρέες. 

Από την άνοδο του ΣΥΡΙΖΑ στην εξουσία διανύουμε μια άλλη φάση στην αντιμετώπιση αυτής της εγκληματικότητας. Πρώτα, και πάνω από όλα, απαράδεκτη νομοθετική εύνοια και επιείκεια σε όσους είχαν βάψει τα χέρια τους με αίμα τρομοκρατίας. Σαν να τους το είχαν υποσχεθεί. Με επαφές κορυφαίων στελεχών τους. Και ακολούθως, με το αφόρητο φαινόμενο που έχουμε περιγράψει, την κραυγαλέα ανοχή στη βίαιη συμπεριφορά του αντιεξουσιαστικού χώρου. Ουδείς κρατείται σήμερα ως ενεχόμενος σ’ αυτό το άθλιο φαινόμενο. Και ελάχιστες σχετικές υποθέσεις έχουν εξιχνιαστεί.

Ο προοδευτικός πολίτης τόσο στην Ελλάδα, όσο και στο εξωτερικό, εχει αντιταχθεί και λοιδορίσει το σύνθημα «νόμος και τάξη» με το οποίο οι συντηριτικές δυνάμεις επέδραμαν ιδεολογικά ενάντια στην προοδευτική δεκαετία του ’60 και κατάφεραν εν μέρει να κατεδαφίσουν πολλές από τις θεσμικές και κοινωνικές κατακτήσεις εκείνης της ένδοξης δεκαετίας. Φυσικά και δεν μας επιτρέπεται μια ετεροχρονισμένη υιοθέτησή του. Μπορούμε, όμως, να προτάξουμε το «κράτος δικαίου», με άλλα λόγια το κράτος του νόμου ή και μονολεκτικά μόνον τον Νόμο με μοναδικό στόχο την υπεράσπιση της δημοκρατίας. Δεν θέλουμε και αποδοκιμάζουμε τις φρικιαστικές κουκούλες στους δρόμους και τις πλατείες μας. Όπως δεν ανεχόμαστε κουκούλες μέσα στον χώρο απονομής της Δικαιοσύνης. Δεν υπάρχουν κρυφοί παράγοντες στη διακιοσύνη. Η δημοσιότητα δεν αποτελεί μόνον μια εγγύηση ορθής απονομής της. Η ουσιαστική και πλατειά δημοσιότητα στη συμπεριφορά όλων των παραγόντων και διαδίκων αποτελεί προϋπόθεση και εγγύηση για μία αψεγάδιαστη Δημοκρατία. Κια μια έντιμα ανοικτή κοινωνία.