Ο τουρισμός αποτελεί σύγχρονο αναπτυξιακό παράγοντα με πολύπλευρη σημασία(οικονομική, πολιτιστική και περιβαλλοντική) για τον τόπο  μας και χαρακτηρίζεται από τη δυναμική ανάπτυξη και υπερσυγκεντρωση δραστηριοτήτων όπου αναπτύσσεται κυρίως στις παράκτιες περιοχές. 
 
Ο τουρισμός αποτελεί το 18% του  ΑΕΠ της Ελλάδας, απασχολεί περισσότερα από 900.000 άτομα και είναι η μεγαλύτερη πηγή        άδηλων πόρων της χώρα. 
Η Ελλάδα αποτελεί κορυφαίο τουριστικό προορισμό παγκοσμίως. 
Την τελευταία δεκαετία, ο αριθμός των τουριστών αυξάνεται σταθερά. Το 2004  14,2 εκατομμύρια άτομα επισκέφθηκαν την Ελλάδα, αριθμός που αυξήθηκε σε 17 εκατομμύρια το 2008 και αναμένεται ότι οι επισκέπτες θα αυξηθούν σε 20 εκατομμύρια στα επόμενα χρόνια, σχεδόν το διπλάσιο του πληθυσμού της χώρας. 
 
Αρχικά στη χώρα μας τις κύριες κατευθύνσεις για οργανωμένο τουρισμό  καθόρισαν  οι τεχνικές προδιαγραφές των τουριστικών εγκαταστάσεων με την ουσιαστική συμβολή των αρχιτεκτόνων.
Το 1959 με ειδική διάταξη (30/5/59) έγινε ο πρώτος διαχωρισμός των καταλυμάτων σε κατηγόριες με πρόβλεψη για πρώτη φορά των ελάχιστων διαστάσεων των δωματίων ενώ αργότερα το 1968 οι προδιαγραφές εστιάζουν σε λειτουργικά θέματα.
Οι νεότερες τεχνικές προδιαγραφές αφορούσαν σε ειδικές τουριστικές κατασκευές (π.χ. γήπεδα γκολφ) όπου υπήρχε άμεση συνάφεια των προδιαγραφών με την προστασία του περιβάλλοντος( κατάλληλη επιλογή φυτών, δεδομένη αναλογία δένδρων – φυτών κ.α .).
 Τα  ξενοδοχειακά καταλύματα (ξενοδοχεία) κατατάχτηκαν στην χώρα μας κατ αρχην ανάλογα με τη λειτουργική τους μορφή, σε πέντε (5)  κατηγορίες αστέρων, δηλαδή σε κατηγορία πέντε αστέρων (5*), τεσσάρων αστέρων (4*), τριών αστέρων (3*), δύο αστέρων (2*) και ενός αστέρος (1*), βάσει συστήματος υποχρεωτικών προδιαγραφών και βαθμολογούμενων κριτηρίων. 
 
Τα ξενοδοχεία κλασσικού τύπου ιδρύονται, εφ' όσον η σχετική χρήση επιτρέπεται από τις κείμενες διατάξεις, εντός σχεδίου πόλης, εντός πόλεων ή οικισμών με εγκριμένο σχέδιο, εντός οροθετημένων οικισμών χωρίς σχέδιο, εκτός σχεδίου αλλά εντός ΖΟΕ ή εκτός σχεδίου. 
Διατάσσονται σε ένα κτίριο ή περισσότερα κτίρια ή συγκροτήματα που  αποτελούν, όμως ενιαίο σύνολο μέσα σε ενιαίο οικόπεδο.
 
Για ποιοτικότερο τουρισμό στην χώρα μας είναι πολύ σημαντικό κατά την γνώμη μου  να διατηρηθούν τα οριζόντια ποσοστά ενίσχυσης σχεδίων εκσυγχρονισμού και αναβάθμισης σε ολόκληρη τη χώρα, όπως ισχύει στον  αναπτυξιακό νόμο και να εξορθολογιστούν τα φορολογικά κίνητρα και το μέτρο των αυξημένων αποσβέσεων ώστε  να μπορεί να επεκταθεί και πέραν της εξαετίας (ή οκταετίας), εφόσον δεν γίνεται χρήση του από τον επενδυτή εντός του παραπάνω χρονικού διαστήματος και να  μειωθεί από 8 σε 6 έτη το δικαίωμα της επιχείρησης να υποβάλει αίτηση για υπαγωγή σε πρόγραμμα εκσυγχρονισμού ολοκληρωμένης μορφής.
 
Η πρώτη σύνδεση της τουριστικής ανάπτυξης  με την αρχιτεκτονική κληρονομιά γίνεται την περίοδο 1975-1985 με την μελέτη και την  μετατροπή ιδιωτικών παραδοσιακών κτισμάτων σε τουριστικά καταλύματα( ξενώνες , μικρά ξενοδοχεία )σε παραδοσιακούς οικισμούς της χώρας.
Η πολιτεία ενθάρρυνε ανάλογες δράσεις με την επιδότηση τους μέσω του αναπτυξιακού νόμου.
Η διατήρηση της αρχιτεκτονικής κληρονομιάς είναι σήμερα περισσότερο αναγκαία παρά ποτέ αφού αποτελεί και τουριστικό πόρο ανεκτίμητης άξιας.
 
Συμβαδίζει δε απόλυτα με την καλύτερη διαχείριση του μαζικού τουρισμού(με την σταδιακή σωστή αξιοποίηση των μη τουριστικά ανεπτυγμένων περιοχών) και την ανάπτυξη των ειδικών μορφών τουρισμού για την προσέλκυση τουριστών ειδικών ενδιαφερόντων.
Ο συνεχώς αυξανόμενος αριθμός τουριστών καθώς και  το προφίλ του σημερινού ταξιδιώτη, απαιτούν διαφοροποίηση και εμπλουτισμό του προσφερόμενου  τουριστικού προϊόντος της χώρας μας καθώς και την ανάπτυξη αντίστοιχης υποδομής. 
Στην διεθνή τουριστική αγορά η Ελλάδα έχει επικρατήσει ως χώρα παραθαλάσσιων θερινών διακοπών .
Διαθέτει ωστόσο περιβαλλοντικά χαρακτηριστικά , ανταγωνιστικά σε παγκόσμια κλίμακα από πλευράς ποιότητας, ποικιλίας , γεωγραφικής κατανομής και προσπελασιμοτητας.
 
Τα βασικά διαρθρωτικά προβλήματα του Ελληνικού τουρισμού είναι η εποχικότητα της μαζικής τουριστικής ζήτησης και η υπερσυγκεντρωση της προσφοράς στις τουριστικά καθιερωμένες περιοχές της χώρας.
Αρνητικό επακόλουθο παραμένει η υποβάθμιση του φυσικού και πολιτιστικού περιβάλλοντος ιδιαίτερα σε περιοχές με ισχυρό συγκριτικό αποτέλεσμα. 
 
Ο ρόλος του αρχιτέκτονα ήταν και παραμένει πρωτοπόρος και οραματικος.Ο αρχιτέκτονας με γνώσεις και εμπειρία αντιλαμβάνεται τα ιστορικά και χωρικά δεδομένα της περιοχής και στην συνεχεία προδιαγράφει και κατευθύνει τις μελλοντικές σχεδιαστικές επιλογές. 
Στο Νομό Χανίων στις κατ εξοχήν τουριστικές περιοχές (βόρειος άξονας) οι τουριστικές υποδομές  αναπτύχθηκαν με βάση τις ιδιαιτερότητες και απαιτήσεις των Σκανδιναβών τουριστών (αφού το μεγαλύτερο  μέρος του τουρισμού στη περιοχή  προέρχεται απ αυτές τις χώρες) .
Οι αρχιτεκτονικές παρεμβάσεις ,  σ έναν τοπο που ασφυκτικά δομήθηκε χωρίς κανένα περιθώριο σχεδιαστικών διαρθρωτικών  παρεμβάσεων για την βελτίωση της δομής του αστικού χώρου(ο χώρος που κατελάμβαναν οι υπέροχες παραλίες από τα Χανιά μέχρι το Κολυμβαρι  την δεκαετία   1960 σήμερα έχουν  μετατραπεί στο μεγαλύτερο  μέρος τους σε αστικό χώρο) είναι μηδαμινές , για την καλύτερη εξυπηρέτηση των σύγχρονων αναγκών του τουριστών αλλά και των κατοίκων της περιοχής.
 
Μπορεί απλά να γίνουν παρεμβάσεις βελτίωσης της αισθητικής του  χώρου με την ορθολογική  διαχείριση του εναπομείναντος ελάχιστου ελευθέρου δημόσιου χώρου   και να γίνει  άμεσα ο σχεδιασμός  των μελετών  ανάπλασης του.
Η αυτοδιοίκηση (δήμοι η περιφέρεια ) οφείλει να  αξιοποιήσει  ΑΜΕΣΑ   τα  υπάρχοντα  αναπτυξιακά προγράμματα για την σύνταξη μελετών ανάπλασης παραλίων , πλατειών , ανάδειξης  των Αρχιτεκτονικών στοιχείων (π.χ. παλαιές κρινες .)   , ανάδειξη περιοχών φυσικού καλούς κ.α. και την υλοποίηση τους.
 
Για παράδειγμα η Δημοτική Κοινότητα Πλατανια η οποία έχει εξελιχθεί σαν ο σημαντικότερος τουριστικός προορισμός στο νομό Χανίων δεν διαθέτει μια πλατεία με τις προδιαγραφές που απαιτούν τα σύγχρονα τουριστικά πρότυπα που να συνδέει την ιστορία του τόπου και  να σκιαγραφούνται σε αυτήν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της περιοχής (π. χ. η επιλογή των δένδρων που θα φυτευτούν  να είναι αντιπροσωπευτικά,  τα υλικά με τα οποία θα κατασκευασθεί ,  να προέρχονται από την περιοχή κ.α.) 
Μια άλλη πλευρά που αξίζει να σκύψομε εξ αιτίας του πλούτου που έχει η Κρήτη, στην ποιότητα και αυθεντικότητα των τοπικών προϊόντων, είναι ανάπτυξη του γαστρονομικού τουρισμού στο νησί και την καθιέρωσή του ως Γαστρονομικό Προορισμό.
 
Όταν μιλάμε για γαστρονομικό τουρισμό αναφερόμαστε ουσιαστικά σε μια υποκατηγορία του πολιτιστικού τουρισμού (η γαστρονομία θεωρείται πολιτιστική έκφραση) στην οποία οι ταξιδιώτες επιδιώκουν να βιώσουν μοναδικές γαστρονομικές εμπειρίες, και αποτελεί μια απ’ τις μεγαλύτερες τάσεις στον χώρο του τουρισμού παγκοσμίως. Παραδείγματα υπηρεσιών γαστρονομικού τουρισμού είναι:
• η διοργάνωση σεμιναρίων Κρητικής Κουζίνας, εκδηλώσεων γευσιγνωσίας και οινογνωσίας,
• η ξενάγηση και γνωριμία με παραδοσιακά προϊόντα και τις μεθόδους παρασκευής τους,
• μαγειρικές επιδείξεις κ.α.
 
Το μεσογειακό κλίμα της Ελλάδας είναι ιδανικό για τουρισμό καθ’ όλη τη διάρκεια του χρόνου. Σήμερα μία από τις βασικές προτεραιότητες της Ελληνικής Πολιτείας είναι να δημιουργήσει μία δυναμική και βιώσιμη τουριστική υποδομή για όλες τις εποχές του χρόνου που θα ανταποκρίνεται στις προκλήσεις του 21ου αιώνα. 
 
  • Η Άννα Δημ. Χαριτάκη είναι Αρχιτέκτων μηχανικός