Το πρωινό της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 μπορούσα να διακρίνω μόνο το τεράστιο σύννεφο καπνού που απλώθηκε επάνω από το Παγκόσμιο Κέντρο Εμπορίου. Δεν είχε και πολύ σημασία ότι βρισκόμουν μόλις μερικά μίλια πιο βόρεια. Την τραγωδία εκείνης της ημέρας, ακόμη κι εμείς που μέναμε τότε στο Μανχάταν τη ζήσαμε τηλεοπτικά. Στις παλιότερες γενιές ίσχυε το ότι όλοι θυμόντουσαν πού ακριβώς βρίσκονταν στο άκουσμα της είδησης της δολοφονίας του Προέδρου Κέννεντι. Η διαφορά είναι ότι το φιλμάκι του Αβραάμ Ζαπρούντερ, που κινηματογράφησε  το θανάσιμο τραυματισμό, προβλήθηκε πολλά χρόνια μετά. Στην περίπτωση της 11ης Σεπτεμβρίου, η φρίκη της τρομοκρατικής επίθεσης αποτυπώθηκε σε εικόνα που προβλήθηκε ζωντανά στις περισσότερες χώρες του Δυτικού κόσμου.

Ο πολεμικός φωτορεπόρτερ Κρις Χόνδρος, (http://www.aixmi.gr/index.php/chris-xondros-skotwthike-photo-tha-zisoun/), που έχασε τη ζωή του τον περασμένο Απρίλιο στο πεδίο της μάχης στη Λιβύη, είχε πει ότι «…Πολύ σπάνια ο πόλεμος έχει ταχύτητα. Έχει ένταση σποραδικά, αλλά αν μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα χαρακτηριστικό του γνώρισμα, αυτό θα ήταν η σιωπή και η ηρεμία. Για να σας δώσω να καταλάβετε την αντίθεση, η Νέα Υόρκη είναι η πόλη που ποτέ δεν κοιμάται – είναι η πόλη της ταχύτητας. Όταν ο πόλεμος ακούμπησε την πόλη, την 11η Σεπτεμβρίου, αυτό που τονίστηκε περισσότερο ήταν η ακινησία. Η ηρεμία. Ήταν κάτι πρωτόγνωρο αυτό για το Μανχάταν».
 
Ο πόλεμος, λοιπόν, άγγιξε την πόλη εκείνη την ημέρα. Και μετά το αρχικό σοκ, εκείνες τις πρώτες ώρες που κοιτούσαμε με άγχος ψηλά στον ουρανό γιατί τίποτα δεν έμοιαζε ασφαλές, η απόλυτη ακινησία. Τα εμπορικά κέντρα έκλεισαν, το μετρό σταμάτησε να λειτουργεί, οι παραστάσεις στο Μπρόντγουεϊ ακυρώθηκαν, και τα εστιατόρια κατέβασαν ρολά. Οι περισσότεροι εργαζόμενοι εγκατέλειψαν το Μανχάταν πεζή. Το χάος το συναντούσες μόνο στο Νότιο Μανχάταν: Η ανάγκη για αίμα ήταν μεγάλη, οι διασώστες έψαχναν για εγκλωβισμένους, ταμπέλες με φωτογραφίες των αγνοουμένων παντού, αστυνομικοί και πυροσβέστες εξαντλημένοι από κούραση, σκηνικό Αρμαγεδδώνα.

Ο φόβος και η αγωνία, το άγχος, η θλίψη, ο θυμός, το πένθος καθώς και η αποκρουστική μυρωδιά του Νότιου Μανχάταν που αναδυόταν μέσα στην πόλη διήρκησαν μήνες. Ατμόσφαιρα βαριά, μέτρα ασφαλείας δρακόντεια, καχυποψία για οποιονδήποτε σκουρόχρωμο κουβαλούσε τσάντα ή μιλούσε με βαριά προφορά. Όμως, το σοκ της τραγωδίας διαδέχτηκε η συνειδητοποίηση μιας πραγματικότητας: Η Αμερική δεν ήταν άτρωτη. Και η Νέα Υόρκη δεν ήταν πια μια όαση ασφαλείας, προστατευμένη από νερό κι αέρα. Μπορούσε να συμβεί κι εκεί. Και συνέβη.

Υπάρχουν πολλοί τρόποι να αντιμετωπίσεις μια τραγωδία. Στη Νέα Υόρκη οι άνθρωποι ήρθαν κοντά. Συζήτησαν. Έκλαψαν. Αγκαλιάστηκαν με το διπλανό τους που δεν γνώριζαν. Οργάνωσαν συγκεντρώσεις σε πλατείες. Μοιράστηκαν εμπειρίες, γνώμες και συναισθήματα. Σε μια Αμερική που εγκλωβίστηκε στη δίνη μιας τρομολαγνείας, εσωστρέφειας και μισαλλοδοξίας, η Νέα Υόρκη αντιστάθηκε. Και κατάφερε να απορροφήσει τους κραδασμούς του τρομοκρατικού χτυπήματος, αντλώντας δύναμη από την αστείρευτη ενέργειά της. Με δράσεις που στήριζαν την οικονομία της πόλης, όπως το Φεστιβάλ Κινηματογράφου στο TriBeCa που οργάνωσε ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, με κίνητρα κι εκπτώσεις στα μαγαζιά, με μια αξιέπαινη συλλογικότητα. Το 2003, οι μάλλον χλιαρές αντιδράσεις και διαδηλώσεις κατά του πολέμου στο Ιράκ έγιναν, κυρίως, στη Νέα Υόρκη.

Λένε ότι η πόλη είναι οι άνθρωποί της. Είναι οι άνθρωποι που την κρατούν ζωντανή μετά από κάθε μεγάλη καταστροφή. Είναι οι άνθρωποι που την κάνουν καλύτερη, πιο ανθρώπινη, πιο ανθεκτική και πιο ανεκτική. Αυτό έκαναν οι Νεοϋρκέζοι μετά την 11η Σεπτεμβρίου.-

  • Ο Απόστολος Μαγγηριάδης είναι δημοσιογράφος

Πηγή: aixmi.gr