Ισχύον Σύνταγμα στην Ελλάδα σήμερα κατά το άρθρο 120 Σ είναι το Σύνταγμα του 1975, όπως αυτό αναθεωρήθηκε:

• το 1986 με Πρωθυπουργό τον Ανδρέα Παπανδρέου

• το 2001 με Πρωθυπουργό τον Κώστα Σημίτη ΚΑΙ

• το 2008 με Πρωθυπουργό τον Κώστα Καραμανλή

Το Σύνταγμα του 1975 ψηφίστηκε από την Ελληνική Βουλή στις 7 Ιουνίου και τέθηκε σε ισχύ στις 11 Ιουνίου 1975.[1]

Στην ψήφισή του φθάσαμε αφού είχαν προηγηθεί κάποιες συγκεκριμένες Πολιτικές πράξεις και μέσα σε ένα κλίμα ξεχωριστής πολιτικής έντασης και αβεβαιότητας για το μέλλον της χώρας. Ειδικότερα:

Στις 20 Ιουλίου 1974 σημειώνεται η μεγάλη εθνική τραγωδία – προδοσία της Τουρκικής εισβολής στην Κύπρο.

Στις 23 Ιουλίου 1974 «πέφτει» η κατ΄ακριβολογία «δηλώνει ότι πέφτει» η Δικτατορία των Συνταγματαρχών στην Ελλάδα σε μία πρωτόγνωρη πολιτική κατάσταση.

Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας της Δικτατορίας, στρατηγός Φ. Γκιζίκης αρχίζει συνεχείς συσκέψεις με τους πολιτικούς παράγοντες της ενεργούς πολιτικής σκηνής τότε - παρουσία των ενόπλων δυνάμεων - και καλείται ο Κωνσταντίνος Καραμανλής να αναλάβει ΚΑΙ να ορκιστεί Πρωθυπουργός της Ελλάδος, ο οποίος και αποδέχεται την πρόταση.

Στις 24 Ιουλίου 1974 ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επιστρέφει από το Παρίσι στην Αθήνα με αεροπλάνο που του παραχώρησε η Γαλλική Δημοκρατία και ο πρόεδρός της, Βαλερί Ζισκάρ ντ’Εσταίν.

Ορκίζεται ως ο πρώτος πρωθυπουργός της μεταπολίτευσης ενώπιον του στρατηγού Φ. Γκιζίκη, προέδρου της Δημοκρατίας που διόρισε η Δικτατορία της Χούντας.

Ο ίδιος, στο διάγγελμά του προς τον ελληνικό λαό αμέσως μετά την ορκομωσία του, διατύπωσε ότι η κυβέρνησή του δεν είναι κομματική κι ότι βρισκόμαστε στο στάδιο μεταξύ της Δικτατορίας και της θεμελίωσης της Δημοκρατίας.

Είχε προηγηθεί η ανακοίνωση του Προέδρου της Δημοκρατίας, Φ. Γκιζίκη, ότι «ενόψει των εξαιρετικών περιστάσεων υπό τα οποίας τελεί η πατρίς, αι ένοπλαι δυνάμεις απεφάσισαν όπως αναθέσουν την διακυβέρνησιν της χώρας εις πολιτικήν κυβέρνησιν».

Στην κυβέρνηση αυτή δεν κλήθηκαν να συμμετάσχουν ούτε ο Ανδρέας Παπανδρέου (ο οποίος στις 3 Σεπτέμβρη ίδρυσε το ΠΑΣΟΚ) ούτε οι δυνάμεις της παραδοσιακής αριστεράς (ΚΚΕ, ΚΚΕ Εσωτερικού και ΕΔΑ).

Από τον Ιούλιο του 1974 και την δήλωση απώλειας δυνάμεων της Χούντας έως την ψήφιση του Σύνταγματος του 1975 από την Ε’ Αναθεωρητική Βουλή μεσολάβησαν πολιτικές πράξεις, όχι όλες άμεσα προσδιοριζόμενες από τον Ελληνικό λαό, αλλά από την εσωτερική άτακτη πολιτική κρίση της Δικτατορίας, την εθνική τραγωδία της Κύπρου και τις συνέπειές της γεωπολιτικά καθώς και των ξένων - ευρωπαικών και μη - δυνάμεων που πάντα η ιστορία τους εμφανίζει ως πρωταγωνιστές στον πολιτικό σχεδιαμό της Ελλάδος.

Ο Κωνσταντίνος Καραμανλής επελέγη (μεταξύ άλλων πολιτικών προσώπων) από τους ανωτέρω παράγοντες ως το καταλληλότερο πολιτικό πρόσωπο που θα μπορούσε να οδηγήσει στην αλλαγή του Πολιτεύματος από την «Βασιλευομένη Δημοκρατία» στην «Προεδρευόμενη Κοινοβουλευτική Δημοκρατία» εν συνεχεία στην ψήφιση του Συντάγματος του 1975 και τέλος στην ολοκλήρωση ένταξης της χώρας στην Ευρωπαική Κοινότητα, η οποία είχε ξεκινήσει από τον Ιούνιο του 1959.[2]

Αυτή ήταν η πολιτική δρομολόγηση.

Εκ του αποτελέσματος λοιπόν η «άνωθεν» αυτή επιλογή ως Πολιτική Πράξη υπήρξε απολύτως επιτυχής.

Β. Η αναθεώρηση του 1986

Στις 9 Μαρτίου 1985 κατατέθηκε στη Βουλή των Ελλήνων από 161 βουλευτές του ΠΑ.ΣΟ.Κ. πρόταση αναθεώρησης 11 + 1[3] άρθρων του Συντάγματος του 1975 που αφορούσαν τις περίφημες «υπερεξουσίες» άλλως «βασιλικές εξουσίες» του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Είχε προηγηθεί το 1981 η μεγάλη Δομική πολιτική αλλαγή στην Ελλάδα.

O Ανδρέας Παπανδρέου και η κυβέρνηση του 1981, η οποία έχει καταγραφεί μέσα από δημοσκόπηση της εφημερίδος Καθημερινή, ως η καλύτερη της Μεταπολίτευσης, προέβη άμεσα σε ριζοσπαστικές αλλαγές στην Ελληνική κοινωνία και διαμόρφωσε τις προϋποθέσεις εκείνες, μέσα στις οποίες κάθε πολίτης μπορούσε να είναι υποκείμενο βασικών εννόμων αγαθών, αυτονότητων σήμερα αλλά τότε όχι για όλους, όπως αυτό της παιδείας, της υγείας, της Δικαιοσύνης, της τέχνης κ.λπ και όλα αυτά για τους πολλούς κι όχι για τους λίγους.

Ήταν ο απόλυτα κυρίαρχος στην πολιτική σκηνή του τόπου και αυτό το πέτυχε μόνος του.

Δεν διορίστηκε από κανέναν παρά εξελέγη δημοκρατικά σε κλίμα ενθουσιασμού από τον κυρίαρχο ελληνικό λαό με βασικό σύνθημα «η Ελλάδα ανήκει στους Έλληνες».

Το κόμμα που είχε ιδρύσει ο ίδιος, το ΠΑ.ΣΟ.Κ., είχε καταστεί κυρίαρχο και δρούσε πολιτικά κυρίαρχα σε ένα πλαίσιο αμιγούς κοινοβουλευτικού πολιτεύματος, το οποίο όμως δεν υπήρχε τυπικά στο Σύνταγμα.

Κατά τούτο ευφυώς πολιτικά κινούμενος προέβη σε μία απολύτως φυσική εξέλιξη των πολιτικών πραγμάτων στην Ελλάδα και αναθεώρησε όλες τις διατάξεις[4] που προέβλεπαν τις υπερεξουσίες του Προέδρου της Δημοκρατίας.

Η προτεινόμενη αναθεώρηση επιδίωξε τη ρητή συνταγματική καθιέρωση του «αμιγούς κοινοβουλευτικού Πολιτεύματος» στην Ελλάδα με την κατάργηση όλων των στοιχείων του προεδρικού συστήματος.

Η αναθεώρηση του 1986 ενίσχυσε αληθινά τη λαϊκή κυριαρχία με την εξύψωση του κύρους της Λαïκής Αντιπροσωπείας, ως εκφραστή της πολιτικής θέλησης του Λαού, ενδυνάμωσε τον Κοινοβουλευτισμό που ο Ελληνικός λαός από την εποχή του Χαριλάου Τρικούπη πιστεύει και υπερασπίζεται με πάθος, ισχυροποίησε το ρόλο του Κοινοβουλίου και αποδέσμευσε τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας από τις κομματικές αντιθέσεις και τον ανύψωσε σε έναν πραγματικά υπερκομματικό θεσμό και φορέα εθνικής ομοψυχίας.

Εκ του αποτελέσματος λοιπόν, ο Ανδρέας Παπανδρέου με την πολιτική του αυτή πράξη διαφύλαξε και εγγυήθηκε την πολιτική ομαλότητα στην Ελλάδα καθ΄ολη τη διάρκεια της μεταπολίτευσης.

Μία χρονική περίοδο από την οποία ο ελληνικός λαός μόνον ευχάριστες στιγμές έχει να θυμάτε.

Γ. Η Αναθεώρηση του 2001 & αυτή του 2008

Οι 2 αυτές αναθεωρήσεις στηρίχθηκαν στο αμιγώς κοινοβουλευτικό Πολίτευμα που καθιέρωσε ο Ανδρέας Παπανδρέου.

Η Συνταγματική Αναθεώρηση του 2001 ως Πολιτική πράξη χαρακτηρίστηκε ως μια ευρεία ποσοτικά αναθεώρηση Συνταγματικών διατάξεων[5] με ευρεία συναίνεση των κομμάτων στο Κοινοβούλιο κατά την ψήφισή της.

Το συνταγματικό κείμενο που προέκυψε από την αναθεώρηση του 2001 χαρακτηρίζεται ως προϊόν μιας διαδικασίας συνολικής επαναξιολόγησης του Συντάγματος, ενώ ένα μεγάλο τμήμα της ύλης που συνταγματοποιήθηκε είχε ως αντικείμενο την ενσωμάτωση ρυθμίσεων που είχαν ήδη θεσπιστεί σε επίπεδο κοινού δικαίου κι ως εκ τούτου κρίθηκαν από ορισμένους θεωρητικούς κι ως όχι απολύτως αναγκαίες.

Η Συνταγματική Αναθεώρηση του 2008 ως Πολιτική Πράξη χαρακτηρίστηκε ως η πιο μικρή ποσοτικά στην Συνταγματική Ιστορία της χώρας.

Περιορίστηκε στο επαγγελματικό ασυμβίβαστο των βουλευτών, στην πρόβλεψη ειδικής μέριμνας για τις ορεινές και νησιωτικές περιοχές της χώρας και όσο κι ακούγεται περίεργο σήμερα στον προϋπολογισμό και τα οικονομικά του κράτους κάτι που μόνο ως τραγική ειρωνεία μπορεί να καταγραφεί αφού η Κυβέρνηση του Κώστα Καραμανλή προεκλογικά το 2009 δήλωνε επισήμως δημοσιονομικό έλλειμα 6% και όπως αποδείχθηκε στη συνέχεια επισήμως από τις αρμόδιες Ελληνικές και Ευρωπαικές αρχές, το έλλειμα ήταν 15,4% η δε χώρα βρισκόταν σε κατάσταση προ μίας άτακτης χρεοκοπίας.

Το Σύνταγμα, ως ο ανώτερος Νόμος κάθε κράτους (Lex fundamentalis), συμπυκνώνει μέσα του όχι μόνο νομικές έννοιες αλλά την Ιστορία ενός λαού σε βάθος χρόνου.

Χωρίς να απεκδύεται των ιδεολογικών του χαρακτηριστικών, το ΣΥΝΤΑΓΜΑ κάθε κράτους δεν θα πρέπει να μετετρέπεται σε αντικείμενο στενών κομματικών επιδιώξεων και φιλοδοξιών.

Η Συνταγματική Αναθεώρηση κατά τούτο, σύμφωνα με την ισχύουσα διάταξη του άρθρου 110 του Σύνταγματος, θα πρέπει να αποτελεί  μία ‘’αναγκαία’’ Πολιτική Πράξη.

Τούτο σημαίνει ότι οι προτεινόμενες αλλαγές θα πρέπει να έχουν καταστεί ώριμες στη συνείδηση του Ελληνικού λαού, να μην μπορούν να πραγματοποιηθούν από τον κοινό νομοθέτη και τέλος να γίνουν κάτω από ομαλές κοινωνικές, οικονομκές και πολιτικές συνθήκες.

Επί παραδείγματι, αξίζει να καταγραφεί στο σημείο αυτό ότι παρά την ύπαρξη του άρθρου 86 του ισχύοντος Συντάγματος περί ευθύνης υπουργών, υπήρξε φωτεινό παράδειγμα τςη Μεταπολίτευσης η κυβέρνηση του Γεωργίου Α. Παπανδρέου (2009-2011), η οποία με υπουργό Δικαιοσύνης τον κ. Χάρη Καστανίδη προέβη στην πιο σημαντική νομοθετική πρωτοβουλία των τελευταίων δεκαετιών για την ρύθμιση των υπαρκτών νομικών προβλημάτων που δημιουργούσε το άρθρο 86 Σ.

Έτσι λοιπόν κατήργησε όλες τις εξαιρετικά σύντομες παραγραφές που προβλεπόταν για τους Υπουργούς, καθιέρωσε την επιβολή περιοριστικών όρων που μέχρι τότε απαγορευόταν για τους Υπουργούς, θεσμοθέτησε την υποχρεωτική κατάσχεση του οικονομικού οφέλους του υπουργού από την εγκληματική του δράση καθώς επίσης και την δέσμευση των περιουσιακών του στοιχείων κατά το Νόμο.

Και όλα αυτά γιατί απλά διέθετε την Πολιτική Βούληση χωρίς να κρυφθεί πίσω από την υποχρεωτική δήθεν συνταγματική αναθεώρηση του άρθρου 86 Σ.

Χάριν στο νομοθετικό έργο της συγκεκριμένης κυβέρνησης διελευκάνθηκαν στη συνέχεια οι μεγαλύτερες οικονομικές εγκληματικές δραστηριότητες κορυφαίων πολιτικών προσώπων της Μεταπολίτευσης που ζημίωσαν ανεπανόρθωτα το Ελληνικό Δημόσιο και καταδικάστηκαν αμετάκλητα από τα Ελληνικά Δικαστήρια Της χώρας.

Η Συνταγματική Ιστορία μας βοηθά πάντα να δούμε με αντικειμενικό τρόπο πότε κρίθηκε επιτυχώς αναγκαία στο παρελθόν μία Συνταγματική Αναθεώρηση και πότε κατά τούτο μπορεί να κριθεί επιτυχώς ‘’αναγκαία’’ και εις το μέλλον.

Γεωργίου Σπυριδούλα

Δικηγόρος Παρ’ Αρείω Πάγω / Mediator

Συντονίστρια Τομέα Δικαιοσύνης ΚΙΝΗΜΑΤΟΣ Δημοκρατών Σοσιαλιστών

[1] Αξίζει να σημειωθεί ότι από την έναρξη της Συνταγματικής Ιστορίας στην Ελλάδα που συμπίπτει με την έναρξη της Επανάστασης του 1821 είχαν προηγηθεί άλλα 12 Συντάγματα (1822, 1823, 1827, 1844, 1864, 1911, 1925, 1926, 1927, 1952, 1968, 1973).

 

[2] Ο Ευρωπαϊκός προσανατολισμός της Ελλάδας ξεκίνησε με την υποβολή αίτησης για σύνδεση με τη νεοπαγή Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (ΕΟΚ), τον Ιούνιο του 1959, αίτηση που οδήγησε στην υπογραφή της Συμφωνίας Σύνδεσης Ελλάδας – ΕΟΚ, τον Ιούνιο του 1961, την πρώτη συμφωνία σύνδεσης που σύναψε η ΕΟΚ. Η Συμφωνία αυτή πάγωσε με την επιβολή της στρατιωτικής δικτατορίας στην Ελλάδα (Απρίλιος 1967) και ενεργοποιήθηκε εκ νέου αμέσως μετά την ολοκλήρωση όλων των Συνταγματικών διαδικασιών ψήφισης του Συντάγματος του 1975. Είναι αξιοσημείωτο ότι 11 Ιουνίου 1975 τέθηκε σε ισχύ το νέο Σύνταγμα και 12 Ιουνίου 1975 υποβλήθηκε νέα αίτηση για πλήρη ένταξη της Ελλάδος. Την αίτηση υπέβαλλε ο Κωνσταντίνος Καραμανλής προς τον Πρόεδρο του Συμβουλίου Υπουργών της Ευρωπαικής Κοινότητας, Υπουργό Εξωτερικών της Ιρλανδίας, G. Fitzgerald.

[3] Στις 3 Απριλίου 1985 κατατέθηκε 2η πρόταση αναθεώρησης του Συντάγματος με την οποία προστέθηκε το 12ο άρθρο, ήτοι αυτό του άρθρου 32§ 1 εδ. α’ του Συντάγματος . Με την προτεινόμενη αναθεώρηση της συνταγματικής αυτής διάταξης αντικαταστάθηκε η μυστική με την ονομαστική ψηφοφορία για την εκλογή του Προέδρου της Δημοκρατίας.

[4] Αναθεωρήθηκαν οι κάτωθι διατάξεις του Συντάγματος του 1975, ήτοι άρθρα 35§§1 εδ.β και 2, 37§§2-4, 38§§1,2 και 3, 39, 41§§1,2 και 4 εδ. Β και γ, 42, 43§3, 44§§2,3, 47§3, 48, 110§§2-4 και 32§1 εδ. Α.

[5] Εισήχθησαν 4 νέα άρθρα και έγιναν 75 προσθήκες και αλλαγές σε 48 από τα 119 άρθρα του Συντάγματος.