Τριάντα εννιά χρόνια συμπληρώνονται από την 8η Φεβρουαρίου του 1980 που ο Νίκος Ξυλούρης πέρασε στην αιωνιότητα.

Η φωνή του Αρχάγγελου της Κρήτης σίγησε, με τα τραγούδια του όμως να μένουν για πάντα και να γίνονται σύμβολα ολόκληρων γενιών.

Γεννήθηκε το 1936 στις 7 Ιουλίου, στα Ανώγεια και έζησε σαν μικρό παιδί τα χρόνια του πολέμου και το ολοκαύτωμα του χωριού. Ο Νίκος από μικρός δείχνει την κλίση του στην λύρα και κάνει το όνειρο του πραγματικότητα παρά τις αντιδράσεις τότε του πατέρα του. Ο δάσκαλος του μάλιστα Μενέλαος Δραμουντάνης ήταν αυτός που έπεισε και τον πατέρα του να του πάρει μια λύρα στα 12 χρόνια του. Κοπέλι έπαιρνε 2 ξύλα και έκανε πως έπαιζε λύρα. Το ποτάμι πλέον δεν κυλούσε πίσω. Ο Ψαρονίκος άρχισε να παίζει σε γάμους και πανηγύρια. Το πρώτο του κομμάτι ήταν και το πλέον αντιπροσωπευτικό του: 

”Δεν κλαίνε οι δυνατές καρδιές η μοίρα όταν τσι δέρνει,
γιατί πιστεύουν με καιρό πως κάθε πόνος γιένει…”.


Το 1953 φεύγει από τα Ανώγεια και δουλεύει στο Ηράκλειο στο κέντρο ”Κάστρο”. Τα πράγματα όμως δεν ήταν όπως τα περίμενε γιατί βρέθηκε αντιμέτωπος με τη “μόδα” της Ευρωπαϊκής μουσικής, κάτι τελείως ξένο για αυτόν. Τα έσοδά του μόλις και μετά βίας έφταναν να τον συντηρήσουν και πέρασε δύσκολες εποχές. Το 1958 παντρεύεται την Ουρανία Μελαμπιανάκη που είχε γνωρίσει μερικά χρόνια πριν σε ένα πανηγύρι στο Βενεράτο και την έκλεψε καθώς οι δικοί της δεν τον ήθελαν. Παντρεύτηκαν στις 22 Μαίου και απέκτησαν δυο παιδιά τον Γιώργη και την Ρηνιώ. Το 1958 βγαίνει και ο πρώτος του δίσκος με τίτλο ”Μια μαυροφόρα περνά”.

Σιγά σιγά οι Κρητικοί άρχισαν να τον στηρίζουν και να οργανώνουν γλέντια για να τον ακούν να παίζει. Έτσι άρχισε να γίνεται γνωστός και το Νοέμβριο του 1958 ηχογράφησε τον πρώτο του δίσκο με τίτλο “Μια μαυροφόρα που περνά“.  Ο δίσκος αγαπήθηκε από το κοινό κι έτσι ο Νίκος ηχογράφησε κι άλλα τραγούδια σε δίσκους των 45 στροφών. 

Το 1960 γεννήθηκε ο γιος του Γιώργος (ο οποίος σκοτώθηκε σε αυτοκινητικό το 2015 και το 1966 η κόρη του Ρηνιώ). Την χρονιά της γέννησης της κόρης του κέρδισε και το πρώτο βραβείο σε ένα φεστιβάλ μουσικής στο Σαν-Ρέμο παίζοντας με τη λύρα του ένα συρτάκι. Την επόμενη χρονιά άνοιξε στο Ηράκλειο το μουσικό κέντρο “Ερωτόκριτος” και πλέον δεν ανησυχεί για την επιβίωση του.

Στην Αθήνα θα γνωρίσει και τον ποιητή και σκηνοθέτη Ερρίκο Θαλασσινό, ο οποίος αποφασίζει να τον συστήσει στον Γιάννη Μαρκόπουλο. Μαζί ξεκινούν μια λαμπρή συνεργασία με τον δίσκο «Χρονικό» και τα «Ριζίτικα».

Στα χρόνια της Χούντας ο Νίκος περνάει στην ιστορία με τη συμμετοχή του το 1973 στην παράσταση ”Το μεγάλο μας τσίρκο” με την Τζένη Καρέζη και τον Κώστα Καζάκο. Λίγους μήνες αργότερα τις ημέρες του Νοέμβρη του 1973 ο Ψαρονίκος θα βρεθεί μέσα στο Πολυτεχνείο και θα τραγουδήσει μαζί με τους φοιτητές κατά της δικτατορίας:

”Πότε θα κάνει ξαστεριά πότε θα φλεβαρίσει..Να πάρω το τουφέκι μου..”

Με τη φωνή και το ήθος του σημάδεψε τα χρόνια της χούντας, την αντίσταση σε αυτήν, αλλά και τα πρώτα χρόνια της μεταπολίτευσης. Όπως ο ίδιος έλεγε μετά τη μεταπολίτευση, αναφερόμενος στους ανθρώπους της μουσικής βιομηχανίας “εγώ τους ίδιους ανθρώπους έβλεπα να κανονίζουν επί χούντας, τους ίδιους βλέπω και τώρα.”

Τα μεταπολιτευτικά χρόνια τραγουδά κάποια ακόμα τραγούδια του Χρήστου Λεοντή, του Σταύρου Ξαρχάκου και του Γιάννη Μαρκόπουλου. Παράλληλα, ηχογραφεί τα «Αντιπολεμικά» τραγούδια του Λίνου Κόκοτου και του Δημήτρη Χριστοδούλου και κάποια μελοποιημένα από τον Ηλία Ανδριόπουλο ποιήματα του Γιώργου Σεφέρη. Επανέρχεται όμως και στα παραδοσιακά τραγούδια της Κρήτης, ενώ λέει και κάποια λαϊκά τραγούδια του Στέλιου Βαμβακάρη. Με τον «Αργαλειό», το «Φιλεντέμ», τον «Πραματευτή», αλλά και το «Μεσοπέλαγα αρμενίζω», η φωνή του ακούγεται και πάλι έντονα. Τώρα λέει και πάλι «τραγούδια ζωής». Αυτή όμως του επιφυλλάσει μια δυσάρεστη έκπληξη.

Το 1979 είναι μια δύσκολη χρονιά για τον Νίκο Ξυλούρη. Αν και η καριέρα του βρίσκεται στο απόγειό της, ο ίδιος υποφέρει από έντονους πόνους στο κεφάλι και στο θώρακα. Ταξιδεύει στη Νέα Υόρκη και εισάγεται για εξετάσεις στο Memorial Hospital, όπου διαπιστώνεται ότι πάσχει από καρκίνο. Έπειτα από πολλαπλές εγχειρήσεις επιστρέφει στο σπίτι ενός φίλου του στο Πόρτο Ράφτη και προσπαθεί να νικήσει την επάρατο νόσο.

Έφυγε” μόλις στα 44 χρόνια του μια κρύα Παρασκευή χτυπημένος από την επάρατη νόσο και κηδεύεται στο Α’ Νεκροταφείο Αθηνών. Ο ίδιος μερικά χρόνια πριν το είχε τραγουδήσει:

”Μια μέρα μια Παρασκευή θα πέσω να πεθάνω,
Και μια Λαμπρή θα αναστηθώ από το χώμα απάνω…”. 

”Έβαλε ο Θεός σημάδι,παλικάρι στα Σφακιά
κι ο πατέρας του στον Άδη,άκουσε μια τουφεκιά…

Της γενιάς μου βασιλιά,μην κατέβεις τα σκαλιά.
Πιές αθάνατο νερόνα νικήσεις τον καιρό..”

 

Flashnews.gr, με πληροφορίες από anogi.gr/greekmusic