Η Διαταραχή Επεισοδιακής Υπερφαγίας αποτελεί μία διατροφική διαταραχή, που πολύ συχνά δεν αναγνωρίζεται ή δεν γίνεται κατανοητή η σοβαρότητά της.

Είναι τρεις φορές πιο συχνή από τη νευρική ανορεξία και βουλιμία, χωρίς να παρουσιάζει τα εμφανή χαρακτηριστικά σημάδια μιας διατροφικής διαταραχής.

Τα άτομα που εμφανίζουν τη συγκεκριμένη διαταραχή, πραγματοποιούν επεισόδια κατανάλωσης μεγάλης ποσότητας φαγητού, γρήγορα και χωρίς έλεγχο. Μάλιστα, σε αυτά τα επεισόδια προτιμούν τροφές που θεωρούν ανθυγιεινές, παχυντικές ή απαγορευμένες.

Φυσικά, τα συγκεκριμένα επεισόδια δεν αποτελούν απλά περιστατικά υπερφαγίας, ούτε μαρτυρούν μόνο τη δυσκολία τους να συμμορφωθούν σε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα διατροφής. Έχουν ψυχολογικό υπόβαθρο και ουσιαστικά αποτελούν ένα σύντομο τρόπο διαφυγής από τα δυσάρεστα συναισθήματα που νιώθουν, καθώς βρίσκουν ανακούφιση στο φαγητό. Βέβαια, μετά το τέλος του επεισοδίου τα δυσάρεστα συναισθήματα επιστρέφουν μαζί με ντροπή και ενοχή για το διατροφικό  «ξέσπασμα».

Από το σύνολο των ατόμων που απευθύνονται σε ένα διαιτολόγο, περίπου το 30% εμφανίζουν τη διαταραχή επεισοδιακής υπερφαγίας. Πολύ συχνά, οι διαιτολόγοι καλούνται να αναγνωρίσουν τα σημάδια αυτής της διαταραχής. Φαίνεται να εμφανίζεται πιο συχνά, σε όσους  συνηθίζουν να αυξομειώνουν συχνά το βάρος τους (φαινόμενο γιο γιο), χωρίς όμως αυτό να αποτελεί κριτήριο διάγνωσης (πίνακας 1).

Ο ρόλος του διαιτολόγου είναι σε στενή συνεργασία με τον ψυχολόγο, όπως άλλωστε σε όλες τις περιπτώσεις διατροφικών διαταραχών.

Αρχικά, ο διαιτολόγος αξιολογεί τις διατροφικές συνήθειες του ατόμου και παρέχει κατευθυντήριες γραμμές. Τα άτομα με διαταραχή επεισοδιακής υπερφαγίας θέτουν ξανά τις βάσεις μιας υγιεινής διατροφής και μαθαίνουν για τη συχνότητα και την ποσότητα κατανάλωσης των τροφίμων.

Στην πορεία της θεραπείας, ο διαιτολόγος περνά στο κομμάτι της εκπαίδευσης που περιλαμβάνει την αναγνώριση της βιολογικής πείνας και του αισθήματος του κορεσμού, ώστε να επανακτηθεί ο έλεγχος των καθημερινών γευμάτων. Ακόμα, στόχος του διαιτολόγου είναι να εκπαιδεύσει τα συγκεκριμένα περιστατικά, ώστε να εντάξουν στη διατροφή τους και να απολαύσουν, χωρίς ενοχές, όλα εκείνα τα τρόφιμα που μέχρι τώρα θεωρούσαν απαγορευμένα.

Είναι σημαντικό να κατανοήσουμε, ότι ο καθένας είναι διαφορετικός και προχωρά σε αλλαγές της διατροφικής του συμπεριφοράς με διαφορετικό ρυθμό. Κατά συνέπεια, κάποια άτομα ίσως χρειαστούν περισσότερο ή λιγότερο χρόνο προκειμένου να μειώσουν ή να διακόψουν τα επεισόδια της υπερφαγίας. Φυσικά, η πρόοδος πηγαίνει σε συνάρτηση με την πρόοδο που παρουσιάζουν και κατά τη διάρκεια της θεραπείας με τον ψυχολόγο.

Διαγνωστικά κριτήρια Συναισθηματικής Υπερφαγίας

1.     Επαναλαμβανόμενα υπερφαγικά επεισόδια. Ένα επεισόδιο χαρακτηρίζεται από:

  • Κατανάλωση μέσα σε συγκεκριμένο χρονικό διάστημα (π.χ. 2 ώρες) μεγάλης ποσότητας φαγητού, που είναι σίγουρα μεγαλύτερη από αυτή που θα κατανάλωναν οι περισσότεροι άνθρωποι στο ίδιο χρονικό διάστημα και κάτω από τις ίδιες συνθήκες.
  • Αίσθημα απώλειας ελέγχου της κατανάλωσης κατά τη διάρκεια του επεισοδίου (π.χ. αίσθημα ότι δεν μπορούμε να σταματήσουμε ή δεν μπορούμε να ελέγξουμε το είδος του φαγητού ή την ποσότητα που θα καταναλώσουμε).

2.     Τα επεισόδια υπερφαγίας συνδέονται με 3 ή περισσότερα από τα ακόλουθα:

Τρώμε πιο γρήγορα από ότι συνήθως.

  • Τρώμε μέχρι να νιώσουμε κορεσμό σε τέτοιο βαθμό, που να είναι δυσάρεστο συναίσθημα.
  • Τρώμε μεγάλη ποσότητα φαγητού, χωρίς ουσιαστικά να αισθανόμαστε βιολογική πείνα.
  • Τα επεισόδια πραγματοποιούνται όταν είμαστε μόνοι μας, επειδή αισθανόμαστε ντροπή για την ποσότητα φαγητού που καταναλώνουμε.
  • Νιώθουμε απογοήτευση, ντροπή, στεναχώρια μετά το επεισόδιο.

3.     Νιώθουμε έντονη δυσφορία, μετά το επεισόδιο  κατανάλωσης μεγάλης ποσότητας φαγητού.

4.     Τα επεισόδια πραγματοποιούνται, κατά μέσο όρο, τουλάχιστον μία φορά την εβδομάδα για χρονικό διάστημα τριών μηνών.

5.    Τα επεισόδια δεν ακολουθούνται από αντισταθμιστική συμπεριφορά, όπως στη βουλιμία και δεν παρουσιάζονται μόνο κατά τη νευρική ανορεξία ή βουλιμία.

iatropedia.gr